0908PROSFYGES

 

-Φάε, έλα, η μάνα μου στη μικρή. Φάε. Θες σούπα; Θες μακαρόνια; Να βράσω; Τι; Δε θα φας; Να σου κάνω φρυγανιές; Με τυρί. Και μαρμελάδα. Γιαγιά έφαγα πριν έρθω, Γιαγιά τώρα μου έκανες αυγό. Έφερα καρπούζι, να σου κόψω;

Τρεις άνθρωποι, επίσκεψη στο σπίτι, Παράγγειλε Ανθή. Φέρε δυο πίτσες. Απ’ την Plus πάρε, Της Ηut είναι μικρές. Φέρε και δυο μακαρονάδες. Και σκορδόψωμα. Έβαλα και στον φούρνο λουκανικοπιττάκια. Έκανα και μους σοκολάτας. Φάτε λίγα μέχρι να έρθει το φαγητό.

Ηλεκτρολόγος στο σπίτι. Πως σε λένε; Ηλία κυρία Μαρία. Ηλία σου έκανα καφέ. Έβαλα και μπισκότα, φάε. Ευχαριστώ κυρία Μαρία. Πάρε και κέικ γεωγραφίας. Κυρία Μαρία κάνω δίαιτα. Σου έκανα σάντουιτς, εφαγες κάτι πριν; Δεν έφαγες. Φάε. Έφαγα, έφαγα, από το σπίτι ήρθα. Τι έφαγες, δεν έφαγες καλά, φάε το σάντουιτς και αν δε θες μη φας απόψε. Φύλαξε το, πάρ’το μαζί σου, τρως στον δρόμο.

Λες και θα πέσει πείνα ρε μάνα. Λες και θα πάμε σε ένα παράλληλο σύμπαν που δε θα υπάρχει φαϊ και θα πεινάμε πολύ. Λες και θα έρθει πόλεμος.

Κι όμως.. Για αυτό ρε μαμά; Για αυτό.. Τώρα το βλέπω.. Για αυτό.

Για αυτό έχουν όλοι γύρω σου 45 σετ σεντόνια, χιλιάδες πετσέτες, 10 σετ μαχαιροπήρουνα , 5 σετ πιατικά, 40 μπωλ, 80 φλιτζάνια, φλιτζανιια καφέ, φλιτζάνια νες, φλιτζάνια ελληνικού, φλιτζάνια τσαγιού.. εκατοντάδες ποτήρια.. και τους αγοράζεις συνεχώς λες και θα μείνει κανείς ξεσκέπαστος, ατάιστος, λες και θα σπάσουν όλα τα φλιτζάνια σε μια μέρα. Λες και θα γίνει πόλεμος αύριο.

Μάνα για τον πόλεμο το κάνεις; Γιατί έζησες τον πόλεμο; Γιατί έμεινες χωρίς φαί; Θα μας πάρουν το φαί νομίζεις;

Στην πόρτα τρεις κλειδαριές ασφαλείας.

Για αυτό;

Τι κουβαλάς μαμά;
Τι ζήσατε;
Τι έγινε στον πόλεμο; Πως έγινε η εισβολή;
Δε μιλάς ποτέ για αυτό.

Μόνο μια πορτοκαλιά στην πίσω αυλή έτυχε και ανάφερες κάποτε.

Δεν μπορώ να σε μελετήσω στις αφηγήσεις σου.

Δεν μπορώ να σε μάθω στις αναμνήσεις σου.

Δεν το μιλάς ποτέ. Ούτε μια νύξη;
Έστω με παραδρομή έστω παρεμπιπτόντως.

Δεν κοροϊδεύω, δεν υπερβάλλω. Δεν άκουσα ποτέ ούτε λέξη για την εισβολή και τη διαδρομή σας τους μήνες μετά.

Τα σημεία αναφοράς σας ξεκινούν από τη ζωή στη Λεμεσό. Από κάποια στιγμή και πολύ μετά στη ζωή στη Λεμεσό.

Τι έγινε, μαμά μου, πες.
44 χρόνια πέρασαν.

Μια μαλακία συμβαίνει στη ζωή σου, ένας καβγάς μεγάλος, ένα τρακάρισμα, και το διηγείσαι συχνά πυκνά για χρόνια.
Και δε μας ανέφερες τίποτα ποτέ;

Νιώθεις τίποτα τέτοια μέρα; Ή τον Αύγουστο;
Όπως όταν μια μέρα σηματοδοτεί κάτι; Γενέθλια, επέτειο γάμου, θάνατο, ένα μνημόσυνο, τα Χριστούγεννα; Μέρες που νιώθεις πάντα κάτι συγκεκριμένο. Πόνο, μελαγχολία, Αγάπη, φόβο, χαρά, νοσταλγία.

Πρέπει να φέρεις να σε «δω» μαμά.
Φέρε μου τη ψυχή σου και το τόσο κενό.

Μαμά, σας θυμάσαι να μαζεύεις πράγματα;

*
Τα παιδιά φοβούνται τις βροντές.

Ρε μάνα εσύ άκουγες πολεμικά αεροπλάνα. Βόμβες.

Φοβήθηκες; Τι είπες της γιαγιάς, του παππού; Φοβόσουν;

Ήσουν η μεγάλη. Δικαιούσουν να φοβόσουν;

Έπεφταν αλεξίπτωτα, τρέχαν στρατιώτες, δύτες βγαίναν απ’ τη θάλασσα. Πυροβολισμοί.

Τα παιδιά φοβούνται τις βροντές.

Μαμά πες κάτι για εκείνη τη μέρα. Για τους ήχους.

Γιατί ούτε εσύ, ούτε άλλο θύμα της εισβολής διηγείστε κάτι από τη μέρα; Από όσες ακολούθησαν; Από τη διαδρομή; Γιατί κανένας πρόσφυγας δεν μιλά για τη μέρα της φυγής;

Κρύφτηκες κάπου;

Τι σας έλεγε η γιαγιά;

Ήσουν η μεγάλη. Σου είπε φτιάξε βαλίτσα; Φύγαμε όπως είμαστε; ‘Ήρθε κάποιος σας είπε αδειάστε το σπίτι;

Μπήκατε σε κάποιο αμάξι; Ο παππούς; Έμαθα πως τον χάσατε κάποιες μέρες. Κάπου το άκουσα.

Χρόνια έλεγα να τον ρωτήσω τον παππού μπας και πει κάτι. Αφού ούτε αυτός διηγήθηκε τίποτα ποτέ. Ποτέ τέτοια κουβέντα στις οικογενειακές συζητήσεις. Μας πέθανε πριν δυο μήνες. Ήρθε η μέρα που πέθανε κι εγώ ακόμα δεν το ‘κανα να ρωτήσω.
Να τον μάθω. Να σας μάθω.
Ούτε μεταξύ σας το συζητούσατε.

Μαμά δεν ήταν όνειρο, έγινε. Δεν έγινε σε κάποιον άλλον. Δεν είναι απλά ένα προϊόν εκφώνησης ειδήσεων από το Ουζμπεκιστάν. Κάτι ζήσατε μεγάλο, καθοριστικό. Που σας όρισε. Που σας τρόμαξε.

Πες μου κάτι από εκείνη τη μέρα. Μην το ξορκίσεις αν δεν θες.

Για αυτό όποιος μπει στο σπίτι του μπουκώνεις φαγητό κι ας είναι ήδη ταϊσμένος;

Φάε, φάε, δεν πειράζει, φάε.
Μπουκώνεις τα μικρά της αδερφής μου κάθε δέκα λεπτά, Φάε φάε.
Σκεπάσου. Ρωτάς την αδερφή μου, έχεις σεντόνια σπίτι; Κουβέρτες;
Δώσ’ του να αγοράζεις σεντόνια και κουβέρτες. Τέσσερις ντουλάπες γεμάτες σεντόνια και παπλώματα

Λες και δε θα ‘χουμε να σκεπαστούμε

Δέκα σετ πιάτα δέκα σετ μαχαιροπήρουνα, κουταλάκια του καφέ, της σούπας, του γλυκού, του σπιτικού γλυκού.

Φάε φάε, πάρε κι αυτό, σκεπάσου, σεντόνια έχετε ή να σας πάρω;

Ουμανιστική μάνα.

Μια φορά είπε κάτι η θεία η Στάλα.

«Φτάσαμε στη Λεμεσό μετά την εισβολή. Δεν μας νοίκιαζε και δεν μας φιλοξενούσε κανείς για καιρό. Οικογένεια με έξι παιδιά, δεν μας δεχόταν κανείς. Κάποια στιγμή μείναμε σε ένα σπίτι με πληθαρένιους τοίχους. Ένα πιάτο είχαμε και τρώγαμε. Έξι παιδιά, σε ένα πιάτο. Με τη σειρά».

*

Θυμάμαι όταν γνώρισα τον μπαμπά του Σαλάμ. Που ήρθε από τη Συρία. Αντάρτικη οικογένεια. Αγωνιστές. Και ρώτησα πως έφυγε, πως ήρθε εδώ. Μια μασημένη τριλεξική αφήγηση. Έεμ, ήρθαμε, πόλεμος. Πως; Με πλοίο; Δυσκολεύτηκες όταν ήρθες; Που μένατε; Τώρα είμαστε καλά. Τριλεξική αφήγηση.

Τα Χριστούγεννα φέραμε στη Λευκωσία τα παιδάκια και τους γονείς από το κέντρο φιλοξενίας της Κοφίνου με ένα λεωφορείο. Και φέραμε Άγιο Βασίλη και δώρα και κλόουν που τους έκανε μπαλόνια σε σπαθιά και λουλούδια. Και ‘λεγα αυτά τους έλειπαν τώρα. Δεν κάνουμε κάτι πιο δραστικό. Μα τρέχαν τα παιδάκια και ήρθαν φρεσκολουσμένα λες και θα πήγαιναν στον γάμο του αδερφού τους. Και πετάγαν τα μπαλόνια και γέλια λες και τους δώσαμε το πιο in παιχνίδι. Μετά σκέφτομαι, στο camp θα παίζουν μόνο με μεταχειρισμένα παιχνίδια που στέλνουν οι ΜΚΟ από οικογένειες που δεν παίζουν τα παιδιά τους με αυτά. Ο Νάγκυ μιλούσε Ελληνικά άπταιστα, δυο χρόνια, ούτε καν, εδώ. Πως έμαθες τόσο καλά, του λέω. Η μαμά είπε δε θα γυρίσουμε ποτέ, δεν έχουμε πια σπίτι στην Αίγυπτο, πρέπει να μάθω γλώσσες να μιλάμε στον κόσμο που θα ζούμε. Που θα ζείτε; Σε ποιον κόσμο; Αλλού. Δεν έχουμε σπίτι, θα μιλάμε κι άλλες γλώσσες και θα ζούμε αλλού.

Θυμάμαι και την Σαλίν έξω από το μάθημα Ολυμπιακής της μικρής που βγήκα για τσιγάρο μέχρι να τελειώσει το μάθημα. Can I have a cigarette, μου είπε πολύ ευγενικά και χαμογελαστή. Αυτή την ιστορία που έγινε τότε την είχα γράψει ξανά:

Μάρτης 2016:

«Κάθομαι στο παγκάκι έξω από το μάθημα ολυμπιακής της κόρης της αδερφής μου και μόλις κάθισε δίπλα μου μια νεαρή μαμά και μου ζήτησε ευγενικά τσιγάρο στα αγγλικά. Συστηθήκαμε και την ρώτησα από που είναι. Συρία. Τη ρώτησα για το πως ήρθε, ποιους άφησε πίσω. Αυτή ήταν “ρίψασπις”. Οι βομβαρδισμοί πάνω από το κεφάλι της δεν ήταν πια αστείο. Ταξίδεψε με τον άντρα και την κόρη της με το αυτοκίνητο από τη Δαμασκό στην Βηρυτό για περίπου 2.30 ώρες κι από εκεί με αεροπλάνο. Ήταν σχετικά τυχεροί έφυγαν νωρίς και με αποσκευές. Κλαίει όμως, μου λέει της λείπει το σπίτι της και πως πονά που δε θα ξαναπάει. Οι γονείς της έμειναν εκεί. Αρνούνται να αφήσουν το σπίτι τους κι ας πεθάνουν εκεί. Οι άλλοι της συγγενείς έφυγαν σε βάρκες και με ποδαρόδρομους ταξιδεύουν στο άγνωστο απ’ όσο μαθαίνει. Μου λέει όσοι μείνουν αποφάσισαν ουσιαστικά την αυτοκτονία. Ξέρει για το προσφυγικό του ’74 της Κύπρου. Μου λέει εδώ στη Λεμεσό πήρε αγάπη και κλίμα συμπαράστασης για τους πρόσφυγες και όποτε το σκέφτεται της έρχονται δάκρυα. Τουλάχιστον δεν έπεσε στους λάθος ανθρώπους. Για μια στιγμή ένιωσα αγάπη και περήφανη για αυτούς που συνάντησε. Εγώ ξέρω και μερικούς απ’ τους άλλους».

Ιούλης 2018 και την βρήκα πριν λίγες μέρες τυχαία, είχα να την δω από τότε. Οι δικοί της πέθαναν τώρα. Το σπίτι δεν υπάρχει πια, είναι μια μεγάλη τρύπα στο έδαφος. Της στείλαν φωτογραφίες κάτι γείτονες οι οποίοι έφυγαν αργότερα. Ο ένας από αυτούς πέθανε πριν λίγους μήνες σε πνιγμό λίγο πριν φτάσουν λαθραία στην Τουρκία με φουσκωτό που έμπασε νερά. Δεν τους πρόλαβε το λιμενικό. Μου έδειξε τις φωτογραφίες της τρύπας. Τρύπα που κάποτε ήταν σπίτι. Ζούμαρε όσο γινόταν μπας και δει γνωστά αντικείμενα. Χώμα όλα, μου έδειχνε μια πέτρα κι επέμενε πως ήταν ένα σκαμπό τους που αγόρασαν σε ένα παζάρι στο Μαρόκο και που θυμάται, της έκαναν πρόβλημα στο αεροδρόμιο μέχρι να το φέρει, αλλά τους επέμενε στο αεροδρόμιο, το έβαλαν στα εύθραυστα και το ‘φερε. Να το, βλέπω το σκαμπό μας. Δεν ήθελα να της πω πως ήταν μόνο μια πέτρα. Αυτή τη φορά δεν χαμογελούσε. Μου λέει κι εσάς ένιωθαν πως θα ξαναγυρίσουν οι δικοί σας όταν έφυγαν. Περιμένετε ακόμα; Κι εγώ έτσι ένιωθα. Πως θα ξαναγυρίσω να δω τα μέρη μου. Μα δεν θα γυρίσω. Σαν εσάς.

Σαλίμ, Νάγκυ, Σαλάμ, Μαρία,
όντως; η λέξη επανένωση είν’ απαγορευμένη λέξη; Ο γυρισμός;

*
Εκατόμβες.

*

Ο πόλεμος. Ο πρόσφυγας. Ο πόνος. Ο φέρελπις. Συμπαντικές συνωνυμίες.

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s