2A8251CB00000578-3168234-Splicing_shots_In_some_of_the_photos_Christian_juxtaposes_images-a-82_1437407334719

«Κάποτε μου μοιάζει λίγο νάρκισσος, ότι όλη η εικόνα της είναι πόζα. Ότι είναι άψυχη, στημένη». Μιλώ με παλιό κοινό μας φίλο. Δεν του απάντησα κάτι για να μην παραβιάσω το βίωμα της. Στο σχολείο ήμασταν παραπάνω από αδελφές, έτσι ακολούθησε και στις σπουδές. Σε άλλες πόλεις, μακριά, αλλά παίρναμε τρένα να βρεθούμε. Ποτέ σε πόζα.

Έχασε έπειτα πολλά κιλά. Αρνιόμουν να δω την ανορεξία, δεν ήξερα να αντιμετωπίσω. Δεκαεννιά χρονών. Μετά είδα το κόκαλο του θώρακα κάτω από το κολλημένο πετσί του. Δεκαεννιά ξι-δεκαεννιά, όταν βλέπεις έναν που αγαπάς πεθαμένο-ζωντανό, ξυπνάς. Πονούσα μαζί της κάθε μέρα, μέρα προς μέρα. Καθόμουν ατέλειωτες ώρες στα αμίλητα δίπλα της. Είμαι σίγουρη πως τίποτα από αυτά δεν θα θυμάται. Τέτοιες περιόδους τις διαγράφεις αν θα συνεχίσεις να ζεις, έτσι κι αλλιώς είναι θολές.

Ήρθαμε το καλοκαίρι Κύπρο, αντί να είμαστε έξω με τα παιδιά της ηλικίας μας, καθόμασταν μέσα στο μικρό δωμάτιο που είχαν στην ταράτσα. Πώς να βγει; Επίτευγμα ήταν να βρει τη δύναμη να σηκωθεί να βουρτσίσει δόντια, να πάει στο μπάνιο. Κοιτούσα μαζί της, μπάστακας της, ώρες ατέλειωτες τοίχο. Την τάιζα στο στόμα. Κρατούσα το κουτάλι μέχρι να βρει δύναμη να το ανοίξει λίγο να της δώσω μισή κουταλιά γιαούρτι. Τώρα δεν θα τα θυμάται. Μιλούσε σπάνια, δεν είχε δύναμη να απαντά όταν της απευθυνόμασταν, όταν έλεγε κάτι, ήταν συγγνώμη. Αν τύγχανέ να βρει δύναμη να μιλήσει χρησιμοποιούσε πολύ το πάντα, το ποτέ και το τίποτα. Στο μυαλό της, τραμπάλιζε μεταξύ του ρεαλισμού και του παράλογου. Ένιωθε ότι ήταν βάρος μας.

Δεκαεννιά χρονών και κοιτούσα να δω πώς να τη βοηθήσω. Δεν έψαχνα να βρω ξανά την καλύτερη της τάξης, την ευφυέστατη γραφή, τη cool τύπισσα που έκλεβε το πατρικό αυτοκίνητο να πάμε τσάρκες. Που όλοι, οικογένεια, καθηγητές και σόι της προδιάγραφαν σίγουρη επιτυχία. Δεν έψαχνα ούτε αυτήν που μεσολάβησε μεταξύ σχολείου και ξεβρασμένης πια κατάθλιψης, την ετοιμόμαχη, που έπαιρνε φωτιά, επειδή έβλεπε τον εαυτό της στο αντικείμενο της επίθεσης της. Η αυστηρότητα στο εγώ της, η απαίτηση για υπερ-εγώ, για λόγους συνέπειας μεταβιβαζόταν και στους άλλους. Αυτό που έψαχνα ήταν να βρω πως να μην τελειώσει οριστικά η ερωτική της σχέση με τα γεγονότα.

Ταξίδευα με το τρένο 13 ώρες κάθε μήνα, καθόμουν μαζί της δύο βδομάδες, ούτε πατούσα στη Νομική τον μισό από τον κάθε μήνα, επί τρία χρόνια,. Δεν θα θυμάται. Μιλούσα με μια ψυχολόγο, φύλαγα από το χαρτζιλίκι ή έλεγα στη μάνα μου ότι ήρθε πιο ακριβό το ρεύμα ή το πετρέλαιο. Αυτήν δεν την έπειθα να βρει δύναμη να πάει. Της έλεγα πράγματα να τη θυμώσω να αντιδράσει, κοιτούσε στα κενά. Η ψυχολόγος με καθησύχαζε αλλά είπε πως όταν συνέλθει θα της θυμίζω τη χειρότερη εποχή της και θα βρει άλλους τρόπους ζωής κι άλλους ανθρώπους. Και έτσι ετοιμάστηκα. Την παρατηρώ τώρα από μακριά, την αγαπώ πάντα, η αδελφική σχέση τέλειωσε, δέχτηκα να μην μεταφέρω παρουσία από την πιο μαύρη εποχή της, δεν ήθελα να της φορτώσω και εγώ σαν όλους προσδοκίες, προσδοκίες ανταπόδοσης. Χαίρομαι που είναι ζωντανή. Δεν βλέπω καμία πόζα, ξέρω πολύ καλά τι βλέπω πίσω από τον σημερινό κουκλίστικο εαυτό της, χρόνια μάχη να μην επιστρέψει εκεί βλέπω. Πόζα μόνο τις ώρες που σχοινοβατεί να επιστρέψει, μην το δουν και απογοητεύσει. Παρατηρώ πάντα μην δω σημάδια να επιστρέφει.

Οι καταθλίψεις είναι καπιταλιστικό αποκύημα. Ικανοποιούμε τους γονείς με επιτυχίες, «καλούς» γάμους, επιτοίχια πτυχία εις λεφτά, πολλά λεφτά, λεφτά και καριέρα, να έχουν να λένε για μας, να είμαστε το δόξα σοι γονιών κι αυτοί το δόξα σοι της συνοικίας. Επιφορτισμένα παιδιά «καμάρια» να μείνουν πάντα καμάρια. Ευ-ζην αμφαλοδεμένα στο ευ-φαίνεσθαι. Αν δεν τους εκπληρώσεις όλες τις προσδοκίες που σου φόρτωσαν, ματαιώνεσαι, να η κατάθλιψη. Τούτη η κοινωνία απορρίπτει τον ηττημένο. Απόρριψη. Το παράπονο των προδομένων προσδοκιών. Κατάθλιψη. Ο καπιταλισμός είναι η μποτίλια της κατάθλιψης. Δυσφορικό να είσαι απλά ένας άνθρωπος. Αυτό είναι ο καπιταλισμός, αυτό είναι η ανάγκη αρίστων. Δύση με κατάθλιψη. Κάποιοι δεν μεταβόλισαν όλη αυτή τη ματαιότητα του κύκλου, έβαλαν τέρμα. Είπατε τι ανεύθυνος, δεν σκέφτηκε τη μάνα, τα παιδιά του; Βασικά είπατε πως τους φόρτωσε, αποτυχία διαχείρισης. Αποτυχημένοι. Στην εποπτική κοινωνία που ξερνά τους ηττημένους.

 

Tα άνθη του κακού

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s