νοσοκομεία

ανθη-κακού

Πριν δυο χρόνια έπρεπε να κάνω μια επέμβαση. Επισκέφτηκα ιδιώτη. Όπως βρίσκω σχιζοφρενικό όποτε κάποιος που υπερασπίζεται τη δημόσια παιδεία να στέλνει παιδιά σε ιδιωτικό, σκέφτηκα και τη δικιά μου υποκρισία και αποφάσισα να εμπιστευτώ το νοσοκομείο Λευκωσίας. Οι δέκα μου ημέρες εκεί ήταν μια εμπειρία να ανακαλώ. Γιατί έζησα εμπειρικά πια την μεγάλη αφοσίωση του νοσηλευτή στον λόγο που σπούδασε αυτό που κάνει τώρα, και την προσπάθεια του να το κάνει σε νοσοκομεία ελλειπή. Που ήταν λίγοι σε ένα χώρο με ανάγκη για πολλούς.

Σε ένα δωμάτιο με άλλους τρείς που έσκουζαν, θυμάμαι για τη μαξιλαροθήκη που μου ζήτησαν ευγενικά –σχεδόν ενοχικά, λες κι είχαν οι ίδιοι να απολογηθούν για αυτό- να φέρω από σπίτι όταν αιμάτωσα αυτήν που μου είχαν, μαζί με bioflor που δεν προμήθευαν στα νοσοκομεία αν και από τα πιο κοινά και απαραίτητα φάρμακα. Που υπέμεναν τη γκρίνια μου ως οικείες συμπεριφορές της καθημερινότητας τους, που όμως ακόμα και με αυτήν εκνευριζόμουν όποτε ένας καραγκιόζης, ενώ τους έβλεπε να τρέχουν σε δέκα περιστατικά ταυτόχρονα τους φώναζε «εγώ σε πληρώνω ρε».

Στην εντατική όταν είχα τον πατέρα μου, κατάργησα και την τελευταία πιθανότητα να καταλογίσω ποτέ δημοσιοϋπαλληλικό workingstyle σε νοσηλευτή. Όταν με ειδοποίησαν από το γήπεδο όταν έπαθε την ανακοπή, ότι τον παίρνει ασθενοφόρο στο νοσοκομείο Λεμεσού, τηλεφώνησα της Skevi που είχε μόλις γυρίσει σπίτι της από νυχτέρι. Τηλεφώνησε αμέσως, ενημέρωσε το ιστορικό του για να είναι προετοιμασμένοι, πριν ακόμα φτάσει το ασθενοφόρο. Μισή ώρα μετά βρέθηκε στην εντατική και έβαλε στολή κι ας μην είχε βάρδια Δεν άφηναν να πέφτει τίποτα κάτω. Θυμάμαι την Άντρη, μια νοσηλεύτρια που έβαλε τραπεζάκι στην είσοδο της εντατικής κλίνης του πατέρα μου στο νυκτέρι της και τον παρακολουθούσε ως το πρωί μπας και κουνήσει δάκτυλο και δεν το δουν.

Εντυπωσιαζόμουν αφενός με τις γνώσεις και αφετέρου το πείσμα τους να κρατήσουν ζωντανούς ανθρώπους. Όλους τους ασθενείς εκεί μέσα. Τον καθένα ξεχωριστά. Ακόμα και αυτούς που φαινόταν ότι ήταν καταδικασμένο περιστατικό. Ταυτόχρονα έβγαιναν στο σαλονάκι και γίνονταν το ψυχολογικό δεκανίκι μας. Κάποτε μας έφερναν καφέ από την δική τους κουζίνα. Μες το αδιανόητο τρέξιμο τους, όταν ξύπνησε μέρες μετά, ο Νίκος ο Φλουρής του έβαζε συνωμοτικά να δει μουντιάλ στο κινητό, κάθε βάρδια που έπιανε δουλειά έμπαινε στο δωμάτιο του με χαμόγελο και του απευθύνονταν με ζωντανές και δυνατές φωνές να αποτάξουν τον φόβο του κινδύνου. Σήμερα είναι ζωντανός χάρη σε αυτούς. Σήμερα τους βλέπω στα σόσιαλ, βλέπω τις ημερίδες τους, τη συνεχή επιμόρφωση τους, την αγάπη τους στην ομάδα τους και όταν τύχει και συναντήσω κανέναν από αυτούς έξω, νιώθω πως βλέπω μπροστά μου το ίδιο το θαύμα με πόδια, νιώθω σαν να βλέπω τους πιο δικούς μου ανθρώπους.

Δεν ξέρω τι λέτε εσείς για τους νοσηλευτές των νοσοκομείων, ξέρω πως τη Σκεύη την πειράζω που κοιμάται βαμένη όποτε έχει αυγηνό ξύπνημα, για να βλέπουν στην εντατική κάτι όμορφο και μη μίζερο οι ασθενείς. Αυτοί είναι οι άνθρώποι που κάθονται ρεσέψιον στο ευμετάβλητο της θνητότητας, που στις γνώσεις και τις αντοχές τους σχοινοβατεί η παράταση της παρουσίας ή η οριστική απουσία εμάς και των δικών μας. Που πάνε και λαγοκοιμούνται σπίτι τους με σκέψεις να στριφογυρίζουν, αν μπορούσαν να κάνουν κάτι ακόμα. Οι παροχές στα νοσοκομεία δεν τους είναι αντάξιες. Το επίπεδο νοσηλείας σε υλικό, στελέχωση, αμοιβή και συνθήκες, ορίζεται στο πόσο μετρά ένα κράτος την αξιοπρέπεια και την αξία της ανθρώπινης ζωής. Τα νοσοκομεία είναι ιερότερος χώρος από κάθε εκκλησία. Και αξίζει για αυτό να χυθεί κάθε ευρώ και χρυσάφι όλου του κόσμου

Κι έρχεται το αναπάντεχο σήμερα: Επίταξη επικουρικών νοσηλευτών σε υπερβάρδιες, ρίχνονται στη μάχη με κίνδυνο της ζωή και της υγείας τους. Επάγγελμα πρώτης γραμμής (το θυμηθήκαμε), η μόνη εμπροσθοφυλακή μας. Επίταξη νοσηλευτών που για χρόνια δεν εργοδοτούσαμε και ήταν άνεργοι, όταν βαρούσαν τα πόδια στον κώλο των πολύ λίγων που δούλευαν και μας φώναζαν φέρτε προσωπικό, εδώ μιλάμε για ζωές. Κατάλαβες γιατί δεν πρέπει οι νοσηλευτές να εργάζονται με πενταροδεκάρες, γιατί ακροβατούν στα βαρέα και ανθυγιεινά; Γιατί κανένας δεν έπρεπε να προσπαθήσει να καταστείλει την απεργία που έκαναν τότε; Γιατί έπρεπε να ήμασταν δίπλα τους κατά χιλιάδες, όπως ήμασταν με τους δασκάλους; Γιατί έπρεπε τόσα χρόνια να διαβάζεις τα σοβαρά άρθρα τους, την κατάθεση της πείρας και της εμπεριστατωμένης επιστομοσύνης τους στο ygeia-news, γιατί όταν μας φωνάζαν για αστελέχωτα νοσοκομεία, χωρίς αρκετό και σύγχρονο εξοπλισμό έπρεπε να ομοβροντείς; Ότι κάθε λέξη τους ήταν συμμαχία με τη ζωή σου; Ότι είναι αυτοί που ως κράτος χρειαζόμαστε περισσότερο; Γιατί η δωρεάν δημόσια υγεία που καλείται τώρα να βγάλει το φίδι από την τρύπα, είναι το πολυτιμότερο κάθε εθνικού πλούτου; Γιατί όταν κάναμε καμπάνιες ιδιωτικών κλινικών και πετσοκόβαμε χρηματοδοτήσεις νοσοκομείων, τώρα το λουζόμαστε;

Καταλαβαίνουμε τώρα τι σημαίνει παραϊατρικό προσωπικό, καθαρίστρια αποβλήτων στο νοσοκομείο; Τώρα παρακαλείς σε επίταξη. Όταν κατουράς στη θάλασσα, το βρίσκεις στο αλάτι λέει μια παροιμία. Δεν φταίει μόνο ο λαός που δεν βρίσκεται σε κοινωνικό αυτοματισμό. Ένα κράτος δεν πρέπει ποτέ να φτάσει σε θέση να εκλιπαρεί για εθελοντές. Ούτε να αργεί να αναγνωρίζει. Το χειροκρότημα στα μπαλκόνια απλά κοινοποιεί τις ενοχές μας. Που δεν απαιτούσαμε με αυτούς ένα ψηλό επίπεδο όμοιο τους και όμοιο της αξίας της ζωής . Όταν ξανά απαιτήσουν το ελάχιστο της ποιότητας στη δουλειά τους, να πας να στέκεσαι δίπλα τους και ναι τους πεις ξεκάθαρα, «Ναι ρε. Ούλλα χαλάλι σας»!

(αγαπητοί νοσηλευτές των δημόσιων νοσοκομείων αγαπώ σας έναν προς έναν, για το επίπεδο σας, τη φιλομάθεια σας, το πείσμα σας, για τον καθένα από τους δικούς μου που κρατήσατε ζωντανό, ακόμα και για όσους εφυγαν αλλά έφυγαν με εσάς να τους ισιώνετε τη μαξιλαροθήκη και με τις όμορφες κουβέντες σας σε αυτούς ως την τελευταία στιγμή. Τον παππού μου, τον Δήμο, τον Κωστή, τη Σενάϋ, τη Χαρά, την Λάλλα, τη Γλυκού, την κυρία Νίκη, την μάμα της Δέσπως, την Αρτούλα, τον Τσιέττη, τον Αντρέα, τη Δημητρού, εκ μέρους τους ευχαριστώ που τους δίνατε ποιότητα ζωής ως το τέλος ακόμα κι όταν η μέχρι τέλους προσπάθεια σας για παράταση ζωής ήταν μάταιη).

* Ευχαριστούμε για αυτό που τραβήσατε πάνω σας σήμερα. Βαστάτε.

Τα άνθη του κακού

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s