Στο “θείο” Δημήτρη

ergatika-atiximata

 

Είναι το πιο δύσκολο κείμενο που έγραψα ποτέ.  Τα εργατικά «ατυχήματα» είναι αόριστο περιστατικό μέχρι να δεις τίτλους με όνομα δικού σου, το χωριό σου, Συνοικισμός Κολοσσιού.  Μεγαλώσαμε κολλητά, λέγαμε τους γονείς μας θείους. Οι δικοί μου άνθρωποι.

 

Έγραφα, για τον άνθρωπο που κάηκε μια μέρα πριν στο εργοστάσιο. Διάβασα από την Eleni το συγκλονιστικό:

«62 χρονών. Επέθανεν μεστο εργοστάσιο.

62 χρονών.

Εμέτραν τις μέρες για τη σύνταξη, κοινωνικές ασφαλίσεις είπαν του.

 Βάλλε τες, έν να τες πιάεις μετά.

62 χρονών. Οι κοινωνικές του ασφαλίσεις, εμείναν τους.

Τζαι οι δικές του, τζαι  άλλων πολλών.

Επενδύσεις είπαν σου. Για καλύτερο βιοτικό επίπεδο.

Ο άνθρωπος ήταν 62 χρονών.

Εμέτραν τις μέρες για τη σύνταξη

Αφρυδη ανθρωποκεντρική κοινωνία».

 

Βάζω τυχαία ειδήσεις. Ο θάνατος του εργάτη είναι αόριστο περιστατικό ώσπου να δεις όνομα στους τίτλους. Όνομα στους τίτλους πριν μάθει η οικογένεια. Το ΜΜΕ έτοιμο να πουλήσει, η  εργατική τάξη standby να θρηνήσει. Ο προορισμός του εργάτη δεν είναι σπεκτάκιουλαρ. Επινόησε τον προορισμό της αφυπηρέτησης του. Μετρά μέρες μετά από δεκάδες χρόνια κόπου, να κάτσει με τη γυναίκα που αγάπησε, να αλλάξει στα εγγόνια χρώμα χαρτονομίσματος το Πάσχα. Από πετρόλ σε πορτοκαλί. Ίσως αλλάξουν σαλόνι. Ίσως δώσει στις κόρες να αλλάξουν αυτές. Δούλεψε για το σαλόνι και το δώρο των μωρών τα Χριστούγεννα. Πειθώ του καπιταλισμού. Ενδοτικός, έχει στον νου την αφυπηρέτηση.

 

«Πες μου ότι είναι συνωνυμία». Φράσεις που πέρασαν νευρική κρίση μέχρι να ειπωθούν. Αφυπηρετούσε και θα έκτιζε το σπίτι της κόρης του. Ο καπιταλισμός κάνει ζετέ-αρασέ με ζωές εργατών. Με χήρες  που καίγονται μαζί τους. Επειδή οι εργάτες τις αγαπούσαν. Αυτές τους αγαπούν πίσω αναπόσπαστα από τον εαυτό τους. Μοιάζουν στα μάτια τους όμορφοι σαν τεχνίτες, ποτέ ασπρουλιάρηδες σαν τραπεζίτες. Δεν τσακώθηκαν ποτέ. Κοιμόντουσαν ίδια ώρα. Χρονών εξηντατριών, έβλεπαν τηλεόραση κάθε νύχτα κρατώντας χεράκι. Όταν δεν τους ζήλευα, τους αγαπούσα. Άνθρωποι που εκτιμούσαν μια ηρεμία της προκοπής. Άνθρωποι ταγμένοι στην επιστροφή από τη δουλειά. Άνθρωποι που στον κοινωνικό καμβά έζησαν χωρίς κανένα ξίπασμα. Χάραμα πάει δουλειά, δυόμιση σχολνούσε, εργατικός θάνατος ώρα δύο. Ο αστάθμητος παράγοντας έχει παραλήπτη τον εργάτη. Οι θάνατοι συνθηκολογούν και αποθέτουν τάξη εργατική, και αυτά δεν θέλω να τα αφηγούμαστε διαστρεβλωμένα.  Θα αφυπηρετούσε Αύγουστο. Ήταν τελευταία μέρα του Αυγούστου. Ο εργάτης που πεθαίνει στη δουλειά, είναι η πιο άξεστη αποτυχία της κοινωνικής διανομής.

 

Εργάτες κασκαντέρ. Ήρεμοι άνθρωποι. Δεν μίλησε άσχημα ποτέ στη γυναίκα του. Εργάτες κασκαντέρ, κτίζουν, οξυγονοκολλούν. Κρέμονται από σκαλωσιές πολυκατοικιών. Στα ακριβά διαμερίσματα που έκτισαν, τα σπεκτάκιουλαρ ζευγάρια μιλάνε άσχημα ο ένας στον άλλο.  «Παπά να πάμε απόψε κλαμπ με τις κορούες;» «Όχι». Μαθήτριες και μουτρώναμε. Δεν άντεχε, δεν ύψωσε ποτέ  τόνους στα παιδιά. Το σπίτι είναι η ηρεμία του εργάτη. «Άτε αν ψήσεις ένα καφέ κι εν καλός να πάτε, αλλά 1 να είσαστε σπίτι». Τα κλωσσόπουλα του όμοια με αυτόν. Ήρεμες, τίμιες, εκτιμούν τα μικρά σαν μεγάλα. Τελευταία μέρα του Αυγούστου, μετά αφυπηρέτηση. Ολοκλήρωνε το ψηφιδωτό  της ευτυχίας του. Λίγο το ‘χεις;

 

*Στο «θείο» Δημήτρη, στην πανέμορφη οικογένεια του/μου.

Τα άνθη του κακού

 

ergatikoatixima1562844823

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s