Ο άκυρος πατριώτης

61586106_481748012570396_5010261715095388160_n

Φορτισμένες οι συνειδήσεις μας, τόσο που να μην ζητάμε επανένωση. Νευρωτική κατήχηση. Δημιουργείται μια αόριστη αίσθηση, πως οι «άλλοι» «απο ‘κει» ζουν παρασιτικά . Μαθητικό ποιήμα απνευστί στο σχολείο. Διχοτόμηση ομόηχη με πατριωτισμό. Σε συζητήσεις κοιτάζαμε τους μεγάλους, να αισθάνονται πολύ πατριώτες που αργοπορούσαν να βάλουν τους «άλλους» στις ζωές μας.

Όποιος πόθησε να πάει απ’ εκεί, να μιλά στους «άλλους», ήταν Τουρκόσπορος. Δεν ξέρω τι σημαίνει Τουρκόσπορος. Ούτε μαθήτρια ήξερα. Σμιλεμένη συνείδηση φλομωμένη συνθηματολογούσε «Τούρκος καλός μόνο νεκρός».

«Που πας πάλι;»
«Πρωταρά, δεν ξέρω τι παθαίνω εκεί, αγαπώ την άμμο, νιώθω να ανήκω, ηρεμούν τα μέσα μου».
«Σε τραβά το αίμα…»
Η μάνα μου η Βαρωσιώτισα.

Άνοιξαν τα οδοφράγματα, είχα ενοχές να δείξω διαβατήριο. Όντως ασχημονεί το διαβατήριο, στον μικρό τόπο σου. Δεν άνοιγε κουβέντα. Μάλλον περίμενε να την απενοχοποιήσουμε. Πέρασε χρόνος που άνοιξαν τα οδοφράγματα. Σπούδαζα Κομοτηνή τότε. Με τους «Τούρκους», έτσι ‘λεγαν όταν πήγα εκεί σπουδές. Η κοκα-κόλα ήρθε εκεί; Αυτοκίνητα έχουν, ή κυκλοφορούν με κάρα; Πρόσεχε τους αυτούς.

Συνειδησιακά νόμιζα ότι η φυλή ταυτίζεται με τρίτο κόσμο. Πηγαίναμε έπειτα σε ίδια κλάμπ, αντιγράψαμε στις εξετάσεις Νομικής, κορίτσια είπαμε τα γκομενικά μας. Άνθρωποι όμοιοι. Απέβαλα σύνδρομα στη Κομοτηνή. Μάμα, θέλεις να δεις το σπίτι σου; Θέλω…

Mini-bus, θείες, θείοι, παππούς, γιαγιά, εγγόνια. «Ποφύσησαν» όλη τη διαδρομή. Πριν σταματήσει το λεωφορείο στην παραλία της Αμμοχώστου, άνοιξαν την πόρτα, άρχισαν να τρέχουν στο νερό. Αν ρωτήσεις πιο ήταν το πιο συγκλονιστικό αίσθημα της ζωής μου, ήταν που είδα να τρέχουν στο νερό με τα ρούχα, πριν σταματήσει το λεωφορείο, που έκλαιγαν, που τίναζαν νερό, που ‘νίβαν τα μούτρα τους μνήμη, μνήμη εντοπιότητας, που πέταγαν τα ρούχα τους στη θάλασσα νια νιώσουν απευθείας επαφή στο κορμί τους, που οι θείοι έσκυψαν μούτρα στην άμμο, την έσφιγγαν, που έτρεχε απ’ τα μεσοδάκτυλα τους.

Κάποιοι πολλοί Τουρκοκύπριοι θέλουν να ζήσουμε μαζί. Φάγαμε εκεί μετά. Δεν μπορούσα να επινοώ άλλο τέρατα. Ήταν εμείς με πιο βαθιά προφορά του «ο» και «α». Είχαν κοκα-κόλα…

Μόνο εμείς δημιουργούμε τετελεσμένα. Τίποτα δεν είναι πιο ανόητο από το ο «Τούρκος στην Ευρωβουλή». Ο «Τούρκος» που έφαγα, ήπια, τραγούδησα μαζί του, μιλήσαμε πόσο τόσα χρόνια πάλευε την ειρήνη μας. Πιο πολύ από εμάς. Απαρνιόταν την ειμαρμένη μπλόφα της διχοτόμησης. Δεν θεώρησε ποτέ την επανένωση, ξοφλημένη εκδοχή. Την πατριωτική αυτοχειρία των μαθητικών μου χρόνων.

Ο Γιώργος είπε, ας δω ειρήνη κι ας πεθάνω. Να δω την ειρήνη μας και να ζήσω άλλη μια επιπλέον μέρα. Η Γιόνκα, είπε «If politicians don’t want peace, we will make our own peace».

Ο Γ. Φράγκος, για τις καταδικαστικές επιφάσεις πατριωτισμού που και του ίδιου μετάγγιζαν, έγραψε:

«Κι όταν μ’έστελνε στο φούρνο του Βασίλη
για φρεσκοψημένο ψωμί ή κουλούρι
η σύσταση ήταν αυστηρή.
Μην τολμήσω και μπω
στο «χαλαμάντουρο» του Μεμμέτη.
Το μισογκρεμισμένο σπίτι
ήταν επικίνδυνο
για τη σωματική, ίσως
-τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα-
Και για τη συνειδησιακή μας
Ακεραιότητα».

ΥΓ: Αν ειστε Αθήνα, αύριο Δευτέρα να πάτε στο «Σπίτι της Κύπρου» στις 7 στην παρουσίαση, να δείτε μια από τις πιο συγκινητικές και συγκλονιστικά διαυγείς συλλογές ποιησης που διάβασα ποτέ.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s