Τα παιδιά της Κυριακής

αλεκος

Στον Αλέκο*

2015 εκδόθηκε. Έγινε μεγάλο σούσουρο. Φίλοι, γνωστοί κι άγνωστοι το σχολίαζαν. Συγγραφέας είναι ο Αλέκος. Όσοι δεν το/τον ξέρουν είναι από τους πολύ καλούς μου φίλους κι από τους λίγους ανθρώπους που μπορώ να κάτσω να μιλώ “δύσκολα” θέματα σε “light” κλίμα. Το βιβλίο δεν το αγόρασα. Τον ρώτησα πριν 3 χρόνια που το πουλάνε, μου είπε ένα μη εντοπίσιμο βιβλιοπωλείο, δεν το βρισκα, ίσως και να μην το έψαξα αρκετά. Μου είπε να μου το φέρει και πως θέλει πολύ αυστηρή κριτική. Δεν δέχτηκα γιατί όφειλα να το αγοράσω. Τους φίλους τους στηρίζεις. Βέβαια μια άλλη γνώμη ενός άλλου φίλου συγγραφέα πρόσφατα, του Demetris Mavrantoniouόταν επέμενε να μου φέρει δώρο το βιβλίο του κι εγώ ήθελα να το αγοράσω, ήταν πως το πνεύμα δεν πουλιέται.

Πίσω στον Αλέκο. Θα του πω τώρα μια έντιμη αλήθεια. Όσο θαυμάζω το μυαλό του, όσο κι αν ξέρω πόσο καλά, κοφτερά, εύστοχα και καυστικά γράφει βλέποντας κατά καιρούς αποσπασματικά κομμάτια του στα μέσα δικτύωσης, ξέρω πως αυτό δεν προοιωνίζει ή προεξοφλεί πάντα ότι σε μεγάλες εκτάσεις όπως ενός βιβλίου εξασφαλίζεται η ίδια ενδιαφέρουσα ποιότητα γραφής. Και φοβόμουν μη βρεθώ στην αμήχανη απογοήτευση, ακόμα κι αν πόνταρα πολύ λίγα σε κάτι τέτοιο.

Και τι να του έλεγα που δε μπορώ να χαϊδεύω αυτιά γιατί θεωρώ πως αυτό δε σε βελτιώνει και δε σε εξελίσσει; Είμαι δύσκολο αναγνωστικό κοινό κι αν δε μ αρέσει κάτι ιδιαίτερα είναι σαν να μη μ’ αρέσει καθόλου. Με λες κι ιδιότροπη. Θα αναγκαζόμουν να του πω γνώμες και κριτικές με το γάντι χρυσώνοντας του το χάπι ή να μην σχολιάσω τίποτα κάνοντας την πάπια και αυτό το έβρισκα δειλό. Και έτσι με εξυπηρετούσε λίγο η καθυστέρηση να το βρω.

Μια μέρα πριν μήνες ήμασταν μαζί σε ένα παζάρι βιβλίου και είδα “Τα παιδιά της Κυριακής” το βιβλίο του, στο μπροστά ράφι και δε σήκωνε αναβολή και το αγόρασα. Ήταν για μήνες στη βιβλιοθήκη μου κι έβρισκα σε μένα δικαιολογίες για να αναστείλω για λίγο το να το ξεκινήσω, με αφορμές ότι είχα ήδη ξεκινημένα άλλα βιβλία. Που είναι εν μέρει αλήθεια αλλά η άλλη αλήθεια είναι ότι πολλές φορές ξεκίνησα βιβλία κάνοντας timeouts από άλλα βιβλία.

Την Παρασκευή πήγα παραλία και εκεί που πήγα να κατεβάσω κανένα βιβλίο από τα αδιάβαστα στα ψηλά τα ράφια να πάρω μαζί, τράβηξα ένα και από την στοίβα έπεσε αυτό που ήταν στην κορυφή, και ίσα που το άρπαξα αφού με βρήκε στο μέτωπο. Λέω οκ σημαδιακό, παρ’ το ανοιξ’ το επιτέλους. Ακόμα και στην παραλία κώλωνα και πέρασε ώρα να αρχίσω να το μετροφυλλώ. Ξεκίνησα λίγο την εισαγωγή. Η μια ώρα που σχεδίαζα να κάτσω, έγινε 6 ώρες και το βιβλίο σχεδόν έφτασε στο τέλος του. Ήθελα να τον πάρω τηλέφωνο να του πω, ρε αγαπώ σε, έλα να πούμε σε όλους ότι είσαι φίλος μου.

Έχει πολλά που θέλω να συζητήσουμε, να αναλύσουμε, να επιστρέψω να υπογραμμίσω, να ρωτήσω, να επικροτήσω, να διαφωνήσω.

Πριν από αυτό όμως να πω ότι είδα τον Alekos μέσα στο βιβλίο. Και τον καλό και τον σκοτεινό. Κυρίως όμως είδα τον ταλαντούχο στην γραφή και τον χαρισματικό στην κοινωνική του αξιολόγηση. Και ευτυχώς την ελπίδα να δικαιώσει την προσδοκία μου.

Για τον Αλέκο μου είπε μια φορά κάτι πολύ εύστοχο κάποια στιγμή ενώ καθόμασταν στο ΓΣΠ στο πέταλο φιλοξενουμένων του Απόλλωνα ένας φίλος, ο Διομήδης. Ο Αλέκος έχει, το σύνδρομο του Εγγλέζου χούλιγκαν. Που δουλεύει το πρωί σε μια σοβαρή δουλειά κύριος, αλλά τον πνίγει η γραβάτα και μόλις φύγει από εκεί πάει στις μπυραρίες και μεταβάλλεται σε άγριο όν. Ξέρεις, όταν είσαι ανήσυχο πνεύμα, όταν δεν είσαι των καλουπιών, οι τακτοποιημένες ζωές σε κουτάκια σε πνίγουν. Και η προσπάθεια να μη χάσεις τον ανήσυχο εαυτό σου και να καταντήσεις ένας καλουπωμένος στεγνός, ανούσιος συμβιβασμένος άνθρωπος, σε οδηγεί σε ρήξεις. Προσωπικές, ψυχικές, εγκεφαλικές, με την κοινωνία, με τα σύνορα, με τα κοινωνικά προικοσύμφωνα, με τους περιφρουρητές των «ηθικών», με την όποια προσωποποίηση υποχρέωσης για συμμόρφωση στην κοινωνική ομοφωνία. Αυτό βέβαια δε σε αποθεώνει και δε σε αθωώνει. Του το είπα ότι αυτές είναι περίπου οι γνώμες μου. Μπορεί όμως να σε κάνει και λίγο ήρωα και λίγο θύμα ταυτόχρονα. Και λίγο ήρωες και λίγο θύματα είναι ρόλοι που σε όλους αποδίδονται κάποια στιγμή στη ζωή μας.

Ο Αλέκος βρήκε τη μυστική του αδρεναλίνη περισσότερο στην έκφραση την γραπτή από ότι στο γήπεδο, που προτιμά να περάσει. Η αρρενωπότητα του είναι πιο ανελέητη όταν διαπιστώνεις ότι μπορεί να το εκφράσει με καλλιέργεια και εμβάθυνση, παρά όταν συμμετέχει στους καβγάδες κατά των Αρχών που επιβάλλουν κατεστημένα υπεροχής. Οι ακροβατισμοί του μεταξύ του οπαδού και μεταξύ της κοινωνικής αποκατάστασης ως θέμα σημαντικότερο του πρώτου είναι σπάνιο στοιχείο συνύπαρξης σε μια προσωπικότητα και θα μπορούσε να είναι αντικείμενο ανάλυσης πολλών ψυχολόγων . Το βιβλίο τον καρδιογραφεί και ψυχογραφεί και την κοινωνία και τις κοινωνικές συμπεριφορές συνόλων όπως αυτών της αστυνομίας. Κάνει κάτι εντυπωσιακό. Δεν μιλά με μίσος για την αστυνομία ακόμα κι όταν μιλά. Αναλύει και ψάχνει να βρει την κοινωνική ή προσωπική εξήγηση για όσους μεταβάλλονται σε επιδειξίες ισχύος ή όσους αναγκάζονται να υιοθετήσουν τον ρόλο με όλες τις εσωτερικές μάχες που τους βρίσκουν ασύμφωνους με αυτό, μέσα στην αστυνομία. Και διαχωρίζει με άλλοθι τους δύο. Με ρεαλιστικές αποδοχές της κάθε εκδοχής. Ανόθευτα και χωρίς μηδενιστικές σαλαμοποιήσεις και αφορισμούς.

Διαφωνούμε σε λίγα πράγματα από όσα και τον ζω και τον διάβασα εδώ. Κυρίως το περιορίζω στην ανάγκη του για να ανήκει κάπου. Και το οπαδικό του αίσθημα και ένστικτο ως ο τρόπος να εξασφαλίσει το ανήκειν. Κατανοώ όμως ότι αυτό έχει βαθύτερες ρίζες και είναι αυτό που σε απασφαλίζει από μοναχικές πορείες. Κι ότι όλοι έχουμε την ανάγκη να νιώθουμε ότι υπάρχουν κι άλλοι σαν εμάς, δεν είμαστε μόνοι. Ίσως να είναι και ένα είδος επικρότησης των επιλογών μας.

Έχοντας περάσει από το επίπεδο του οπαδού και της ένταξης μου σε μια ομάδα ατόμων, πέρασα πολλά σοκ που έσκασαν σαν χαστούκια για να με αποφορτίσουν από αυτή την ανάγκη ένταξης σε σύνολα. Το ένα είναι ότι ειδικά στο ποδόσφαιρο έζησα με τις δημοσιογραφικές έρευνες που αναγκάστηκα να κάνω, την βρώμικη γύμνια του ποδοσφαίρου, την σαθρότητα που επικρατεί πίσω του, το ξέπλυμα, την χρήση της αγέλης για άλλους σκοπούς. Και έχω περάσει από το κοιμητήριο του όποιου ρομαντισμού είχε πριν για μένα το ποδόσφαιρο το οποίο για μένα ραπίστηκε και πέθανε αφού πρώτα βρώμισε πολύ το κουφάρι του. Και κάπου εκεί έχασα και το ενδιαφέρον όταν πια έχασα και το ψυχαγωγικό του κομμάτι να φωνάζω για γκολ και παιχνίδια που τα διαπίστωσα ως προγραμματισμένα. Λυπάμαι λίγο που έχασα αυτό το ενδιαφέρον μου αλλά ξέρω πως και παιδιά σαν τον Αλέκο δεν είναι στους 11 που τοποθετούν ελπίδες για εκπληρώσεις ενός κάτι, αλλά κρατώντας ιδεολογίες που δημιούργησαν εξ υπαρχής την ομάδα τους. Προμαχώνες που τους αποδίδουν στην ομάδα. Μπορεί και στην αλληλεγγύη που βρίσκουν όταν λειτουργούν τόσο αδελφικά. Και έχει κάτι τόσο ανθρώπινο αυτό.

Το βιβλίο του όμως δεν είναι για τους αμετακίνητους βιτρινόπληκτους, αν και για αυτούς έπρεπε να είναι. Βρίσκει τις λακωνικότερες εξηγήσεις στις κοινωνικές συμπεριφορές. Στις επιλογές. Και στο πως καθείς εφ’ ω ετάχθη. Χωρίς σνομπισμούς αλλά και χωρίς ωραιοποιήσεις. Δεν διάλεξε να νανουρίσει τις βαθιές επιθυμίες του και ούτε να καμουφλάρει τα μη ημερωμένα του. Χωρίς πονοτροπίες. Χωρίς καθησυχαστικές πλάνες. Το βιβλίο είναι τόσο ελκτικά ξεροκέφαλο όσο κι ο ίδιος. Και δε χρησιμοποιεί γλωσσοδέτες για τους τόπους, τους ρόλους, την ομάδα. Προτίμησε την απόδοση μιας αληθοφανέστατης πραγματικότητας προσωπικής που μπορούν τόσοι πολλοί να ταυτιστούν αλλάζοντας απλά τα ονόματα. Δεν επέλεξε όμως την κλασική κουλτουρέ μικροαστική πειθαρχεία (στο θέμα κυρίως) για να το βάλει στους άμβωνες των αποστειρωμένων χαμηλόφωνων στις συζητήσεις φίλων της άλλης διανόησης. Το βιβλίο δεν είναι για μυγιάγγιχτους και δεν ντελικατίζει για να κρατά το μέσο κριτικό μέτρο σε χαρά. Όμως η ευστροφία, η ευφυΐα στις αποδόσεις, ο συνδυασμός του οπαδού με τον ανθρωποκοινωνικό αναλυτισμό, με έχει σκλαβώσει. Και θέλω τελικά να το διαβάσετε αν μετρά η γνώμη μου και ψάχνετε κάποιο βιβλίο. Σήμερα το πήρα ξανά μαζί μου, και το ξανακοίταζα. Κι υπογράμμιζα και δίπλωνα σελίδες με αποσπάσματα, αν λέει κάτι αυτό. Αλλά να μην τον ψάξετε να τον κάνετε παρέα για να είμαι στους εκλεχτούς. Και γιατί έτσι κι αλλιώς δε θα σας αφήσει η μάνα σας.

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s