Embrace the leaving kid

Ο παππούς μου ο Αντρέας ήταν δάσκαλος. Ήμουν μικρή όταν πέθανε, ήταν κι αυτός μικρός. Πέθανε από ανακοπή καρδιάς αν και χρόνια μετά βρέθηκε ένα γράμμα του που έλεγε ότι είχε καρκίνο αλλά δεν το αποκάλυπτε στην οικογένεια του για να μην ταλαιπωρούνται μαζί του.

Ήταν δάσκαλος της γενιάς του. Δάσκαλος που διάβαζε πολλά βιβλία, δύσκολα βιβλία. Δάσκαλος που δίδασκε την αγάπη στην Ελλάδα και τον Θεό. Τα χρηστά. Με έναν σχεδόν ρομαντισμό. Την αγαπούσε την Ελλάδα όχι εθνικιστικά και ως φυλή, με μίσος και υπεροψία για ό,τι άλλο. Την αγαπούσε ως την χώρα που γέννησε τη δημοκρατία, την φιλοσοφία, τους στοχαστές, τον σεβασμό σε όλους. Εκεί που οι κάπηλοι άλλοι χάνουν τις ισορροπίες και περνούν την γραμμή. Ο μπαμπάς λέει θα τον ντρόπιαζα τον παππού γιατί είμαι σκεπτικίστρια ή γιατί μεταφράζει τον αντιρατσισμό μου, τον αντιφασισμό μου, τον αντιναζισμό μου σε κάτι που αντικρούει όλα αυτά. Δεν θα τον ντρόπιαζα.

Έχω πολύ έντονα την εικόνα του παππού μου του Αντρέα να μας κρατάει, όλα τα εγγόνια, πάνω του. Ξέρω πως από τα μωρά δεν ήμουν η πιο μεγάλη αδυναμία, ίσως και να του ήμουν το πιο αδιάφορο εγγόνι. Ήμουν ήσυχη, δεν διεκδικούσα την προσοχή. Ξέρω όμως πως αν ήταν εδώ τώρα θα ήμουν η αγαπημένη.

Δεν έχω καθαρή εικόνα της παιδικής μου ηλικίας, έχω πολύ έντονα ωστόσο την εικόνα που ανοίγαμε τα πράγματα του παππού του Ανδρέα όταν πέθανε με τον μπαμπά μου όταν ήμουν μικρή, δημοτικό. Ο μπαμπάς μου δεν πήρε ρούχα κι άψυχα αντικείμενα να φέρει στο σπίτι μας από τον παππού. Έφερε κάτι κούτες που είχαν τα εξής: Μια σακούλα γεμάτη επιστημονικά περιοδικά, όλες τις εκδόσεις από το «Ανεξήγητο», το οποίο ήταν ένα περιοδικό που εντόπιζε ανά τον κόσμο περίεργα συμβάντα, όπως για παράδειγμα μαρτυρίες από κόσμο που έβλεπε ΑΤΙΑ (βλέπε UFO) ή περίεργες μορφές και συχνά αποδομούσε το υπερφυσικό που τους απέδιδε ο κόσμος, με επιστημονικές εξηγήσεις. Έφερε επίσης ένα κουτί που είχε μια γραφίδα (γραφίδα είναι αυτή η παλιά πένα με την μύτη σαν σπαθάκι που έχυνες μέσα της ρευστό μελάνι και έγραφες). Έφερε ακόμα ένα γυάλινο μπουκαλάκι με μπλε υγρό μελάνι και μια πένα από αυτές τις αρχαίες με φτερό που τη βουτούσες σε αυτό το μελάνι κι έγραφες.

Εσείς που κάνετε ψυχανάλυση, ξέρετε πόσο ορίζουν κάποια παιδικά βιώματα και εικόνες το ενήλικο είναι σας. Αυτά τα δύο αντικείμενα είναι ο κόμβος του τι όρισε εμένα και οι πιο έντονες εικόνες μου που έχω ως παιδί. Αυτή η κούτα.

Έφερε επίσης βιβλία. Πολλά βιβλία του. Όλα στην πρώτη σελίδα είχαν την υπογραφή του και χρονολογία. Θυμάμαι το πρώτο βιβλίο που βγάλαμε από την κούτα, ήταν το Στο Χριστό Στο κάστρο του Παπαδιαμάντη. Τα επόμενα που βγάλαμε ήταν πλείστος Καζαντζάκης. Το Ο φτωχούλης του Θεού , Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, Ο καπετάν Μιχάλης, Ο τελευταίος πειρασμός, η Αναφορά στον Γκρεκό, η Ασκητική, το Τάδε έφη Ζαρατούστρας του Νίτσε σε μετάφραση Καζαντζάκη, όλα σε βισσινοκόκκινη δερμάτινη βιβλιοδεσία, βαριά, έμοιαζαν πολύτιμα και κυριλέ. Όλα με υπογραμμίσεις συγυρισμένες και διακριτικές σημειώσεις. Τώρα αναλύω πως κάνουμε το ίδιο ακριβώς πράγμα στα βιβλία, αν κι οι δικές μου σημειώσεις είναι λίγο πιο άναρχες. Το βαρύτερο βιβλίο που βγάλαμε ήταν το Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση του Φρόυντ.

Μέχρι τώρα με εντυπωσιάζει πως κάποιος από εκείνη τη γενιά ασχολήθηκε με την ψυχανάλυση και την Φροϋδική θεωρία. Ψάχνω ανάμεσα στους σημερινούς δασκάλους το βάθος αυτό στην καλλιέργεια. Δεν το εντοπίζω συχνά. Εντοπίζω επιφανειακή μόρφωση, αδιαθεσία στην εμβάθυνση σε δύσκολες θεωρίες. Δεν το λέω αφοριστικά αλλά με μια διαπίστωση που έκανα χρόνια να αποδεχτώ.

Εντοπίσαμε κι άλλα βιβλία. Δεν ξέρω γιατί, αλλά ο μπαμπάς μου τα εμπιστεύτηκε αυτά τα βιβλία, στη δική μου βιβλιοθήκη, δεν τα φύλαξε σε κάποιο ντουλάπι του μη χαθούν, μην αλλοιωθούν. Ήμουν μωρό, δημοτικό, εγώ δεν θα μου τα εμπιστευόμουν. Είχα μια γκρι με ροζ βιβλιοθήκη στο παιδικό δωμάτιο του πατρικού μου σπιτιού και για χρόνια είχα μέσα το μπουκαλάκι με το μελάνι, σε μια κούτα παπουτσιών.

Από όλα τα βιβλία θυμάμαι ότι με γοήτευσε ο τίτλος, Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση, αυτό του Φρόυντ. Θυμάμαι ότι καθόμουν στο πάτωμα του δωματίου μου κι έλεγα τι σημαίνει ψυχανάλυση. Και διαχώριζα τα συνθετικά της λέξης και μου ακουγόταν μαγικό. Το άνοιξα και θυμάμαι ότι πέρασε βδομάδα κι ακόμα ήμουν στην σελίδα 7, θυμάμαι ως τώρα τι γράφει η σελίδα 7. Ήταν όλα τόσο δυσνόητα και μέχρι τώρα δεν ξέρω τι κόλλημα είχα ως παιδί να επιμένω να καταλάβω και να διαβάζω 100 φορές την κάθε σελίδα μέχρι να «πιάσω» έστω μια πρόταση. Και θυμάμαι ακόμα πως πήγα και είπα με δυσκολία παραδοχής της ήττας στον μπαμπά μου ότι δεν το καταλαβαίνω αυτό το βιβλίο. Ως τη δευτέρα δημοτικού, είχα διαβάσει πολύ απλά σε σχέση με αυτό βιβλία. Την καλύβα του Μπάρμπα Θωμά (πόσο με όρισε αυτό το βιβλίο, πόσο έκλαψα, πόσο δεν κατανοούσα την κατηγοριοποίηση των ανθρώπων, πόσο με όργιζε), την Τζέην Έυρ, το Μεγάλες Προσδοκίες, το Χωρίς οικογένεια, την Παναγία των Παρισίων, το Περηφάνια και Προκατάληψη. (κάθε βδομάδα με έπαιρνε ο μπαμπάς στο βιβλιοπωλείο του Ιωαννίδη και περνούσα ώρες να διαλέξω προσεκτικά τι βιβλίο θα πάρω και ξεφύλλιζα, και διάβαζα κλεφτά από τον υπεύθυνο σελίδες για να δω αν με τράβαγε και κάθε φορά ο μπαμπάς με περίμενε υπομονετικά, νομίζω αγαπούσε το ίδιο τα βιβλία, νομίζω το πήρα από αυτόν, παιδί δασκάλου ορίτζιναλ αυτός).

Όταν του παραδέχτηκα ότι δεν καταλαβαίνω τον Φρόυντ μου είπε να το αφήσω και να το φυλάξω και να το διαβάσω όταν πάω να σπουδάσω γιατί τώρα είμαι μικρή για αυτό. Και να δοκιμάσω κάποιο του Καζαντζάκη. Και ο Καζαντζάκης με δυσκόλευσε. Οι εκδόσεις αυτές ήταν στην καθαρεύουσα. Επέμενα, τα τέλειωσα, μπορεί και να μην τα πήρα ως το τέλος, δεν κατάλαβα πολλά, σχεδόν μου φάνηκαν βαρετά (αλλιώς κατανοείς τα βιβλία στα χρόνια).

Και με πήρε ξανά στον Ιωαννίδη να πάρω κάτι, θυμάμαι ότι πήρα τους Άθλιους του Ουγκώ. Ήταν καλοκαίρι και θα πήγαινα τρίτη δημοτικού όταν θα άνοιγαν τα σχολεία. Ήταν το μόνο καλοκαίρι που διάβασα ένα μόνο βιβλίο. Γιατί το τέλειωνα και το ξανάρχιζα. Γιατί προσπαθούσα να βρω το γιατί μια πολιτεία φυλακίζει και βασανίζει έναν που έκλεψε από πείνα. Η μάνα μου κάτι γείτονες που πεινούσαν και μας έκλεψαν σοκολάτες από την κουζίνα (ήταν πάντα ανοικτές οι πόρτες των σπιτιών σε αυτή τη γειτονιά), την επόμενη τους πήρε κι άλλο φαί. Δεν τους είπε ποτέ για τις σοκολάτες. Το διάβασα 100 φορές, έκλαιγα σε όλες.

Άνοιξε το δημοτικό και ο δάσκαλος μου ήταν ο κύριος Παναγιώτης. Και Χριστέ μου πόσο έμοιαζε στον παππού μου ο κύριος Παναγιώτης. Είχε τα ίδια δυο ημικύκλια που σχημάτιζαν την αρχή των γκρι μαλλιών του στο κούτελο, φορούσαν παρόμοια γκρι κοστούμια, ήταν το ίδιο αδύνατοι σε κορμοστασιά, μιλούσαν πάντα με ψυχραιμία και χαμηλόφωνα, ήταν πάνω κάτω στην ίδια ηλικία. Ήμουν στενός κορσές του κύριου Παναγιώτη, ακόμα ως τώρα νιώθω μια μεγάλη αγάπη για τη μορφή του όταν παίζει στις εικόνες του μυαλού μου. Τότε δεν ήξερα γιατί αγαπούσα ένα μεγάλο κύριο τόσο πολύ, τώρα αν κάτι πήρα από τα ψυχαναλυτικά, μπορώ να μεταφράσω. Μου θύμιζε τον παππού.

Ο κύριος Παναγιώτης με έλεγε αστέρι στη μάνα μου. Και με φιλούσε στο μέτωπο και στο μάγουλο συχνά. Και δεν αηδίαζα όπως αηδίαζα όποιον άλλο με φιλούσε εκτός από τον μπαμπά μου. Δεν ξέρω γιατί με συμπαθούσε, δεν ήμουν χαριτωμένο μωρό. Ήμουν πάντα με την πιο άκομψη στολή σχολείου, άτσαλα το πουκάμισο μέσα στη φούστα, είχα άγρια σγουρά μαλλιά που επέμενε η μάνα μου να κόβει καρέ και μοιάζαν σαν φωλιές πουλιών, είχα πολύ πεταχτά μπροστινά δόντια σαν τον Μπαγκς Μπάνι (ο μπαμπάς τα λεγε χαλούμια) είχα σμιχτά φρύδια και λίγο μουστάκι.

Μα θυμάμαι που ήρθε μια μέρα και μου είπε, αστέρι, που δεν είσαι αστέρι, γιατί τα αστέρια είναι πολλά και έπρεπε να σε λέω ήλιο, σήμερα σου έχω μια έκπληξη, το διάλειμμα θα έρθουν κάποιοι και θα πουλάνε βιβλία και θέλω να διαλέξεις πολύ προσεκτικά. Ήρθε η έκθεση βιβλίου στο σχολείο, ήταν κάποιες κυρίες που πουλούσαν ένα περιοδικό που ονομαζόταν «παιδική χαρά» ή κάτι τέτοιο, είχε πολλά βιβλία του Αισώπου και πολλή μυθολογία και Θεούς του Ολύμπου. Είχε και μερικά άλλα πιο χοντρά αλλά όχι πολλά. Να πάρει κανένα προχωρημένο εκτάκι. Πήρα τον Χιτών. Ο κύριος Παναγιώτης έκανε παραίνεση στον μπαμπά μου όταν ήρθε (με την μηχανή του να με πάρει στο σχόλασμα) να μου πει να μην παίρνω βιβλία που δε μπορώ να διαβάσω τώρα, στα 8 μου. Το καλοκαίρι διάβασε τους Άθλιους του είπε. Κι ένιωθα εξωγήινος. Και μη αποδεχτή απ’ τους συμμαθητές. Όντως δεν είχα πολλούς φίλους στο δημοτικό. Κουλ αποφάσισα να το παίξω στην δευτέρα γυμνασίου. Να ενταχθώ. Και διάβαζα κρυφά. Και μια φορά έγραψα 17 στα μαθηματικά και έκλαιγα και με είπε κάποιος σπάσμα (σπασίκλα) και έκλαψα σπίτι πολύ και κρυφά. Και έγινα μετά ακόμα πιο κουλ κι έκανα πιο συχνή παρέα με τα αλητάκια να το ανατρέψω.

*

unnamed-file-11

*

Το πιο όμορφο δώρο από τον Άγιο Βασίλη μικρή, το πιο λατρεμένο, ήταν μια βυσιννοκόκκινη γραφομηχανή. Και όλη μέρα μου αγόραζαν λωρίδες ταινίας με μελάνια και βαζα κόλλες κι έγραφα κι έγραφα και γέμιζα τα ντουλαπάκια τις ροζ γκρι βιβλιοθήκης άναρχα, σαν ρακοσυλλέκτης. Πρώτα τα έγραφα σε τετράδιο (ακόμα το κάνω κάποτε αυτό κι ας προχώρησε η τεχνολογία) και μετά τα δακτυλογραφούσα. Και ήταν το αγαπημένο μου αντικείμενο η βυσσινιά γραφομηχανή, δε ξέρω γιατί την πέταξε η μάνα μου μετά. Τώρα που είναι το αγαπημένο μου χρώμα το βυσσινοκόκκινο ίσως η ψυχανάλυση να ‘λεγε πως μου θυμίζουν την εικόνα των βιβλίων του Καζαντζάκη που ‘βγαιναν από την κούτα του παππού. Και την γραφομηχανή.

Και μεγάλωσα και πήγα στο λύκειο κι ήμουν στους κουλ, το προσποιήθηκα τόσο καλά που έπεισα . Και αρνιόμουν να διαβάσω για να μην είμαι το σπάσμα. Ήξερα να παίξω τον χαρακτήρα, τον διάβασα πολλές φορές στα βιβλία. Ήμουν στους κουλ, οι φίλοι μου ήταν όλοι εμπορικό, λίγοι στο οικονομικό αλλά κρατήθηκα με όλο το ρίσκο να με ξαναπουν σπάσμα και πήγα κλασσικό. Για να κάνω δοκίμια και κείμενα. Και να γράφω πολυσέλιδες εκθέσεις. Για να μου παραδώσει μια φορά μια στεγνή φιλόλογος μια έκθεση μου πίσω με βαθμό 14. Για να της πω να την πάρεις πίσω και να την ξαναδιαβάσεις συγκεντρωμένη. Γιατί αν έχει λέξεις που ξωκύλουν από τις αποστηθισμένες που μας δίνετε, κι από την δομή την βαρετή που μας δίνετε, εγώ δεν θα το δεχτώ. Και θα βγω από την τάξη τώρα γιατί είμαι πολύ θυμωμένη μαζί σας για να μπορώ να κάτσω να σας ακούω στα σοβαρά τι λέτε. Και με έστειλε στη διευθύντρια. Και η διευθύντρια διάβασε την έκθεση. Και μου είπε, είσαι διαφορετική. Και προσπέρασε το κι ας την να σου βάλει ότι βαθμό θέλει και δεν έχουν σημασία οι βαθμοί. Και την ρώτησα αν έχει διαβάσει ποτέ τον Παπαδιαμάντη και τον Καζαντζάκη γιατί ο δάσκαλος παππούς μου τους διάβασε και τους διάβασα κι εγώ κι οι δασκάλοι πρέπει να διαβάζουν και να ξέρουν πως η γλώσσα για να ξεχωρίζει πρέπει να ξεχωρίζει και να γράφεται όπως κυλά η σκέψη. Και με κοίταζε σαν αγελάδα εκτροφείου. Και δεν ξαναφοσιώθηκα στο αλάνθαστο των δασκάλων. Και δεν τους έβρισκα κανένα μεγαλείο όταν με δίδασκαν κασετοφωνικά.

Και ξέρω πως μοιάζω αντιρρησίας στο τούτοριγκ ακόμα. Και πως ο μπαμπάς νομίζει πως θα ντρόπιαζα τον παππού, μα ξέρω πως αν ζούσε θα καθόταν μαζί μου με τις ώρες. Με εμένα. Όχι με τα άλλα τα εγγόνια. Με εμένα που είμαι η λιγότερο πειθήνια και η λιγότερο πειθαρχημένη στα δόγματα και η πιο αμφισβητίας. Και που θα ξεκαθαρίζαμε μαζί τελικά σε όλους πως, ό,τι ο παππούς έλεγε αγάπη στον Θεό και την Ελλάδα, ήταν αγάπη στον άνθρωπο, στη δημοκρατία, στην αποδοχή, πως αυτό που ‘λεγε Θεό, ήταν αγάπη και δικαιοσύνη και ισότητα και νοιάξιμο στο κάθε άνθρωπο χωρίς κατηγορίες.

*

Έλεγα από μικρή μέσα μου πως θέλω να γίνω ψυχολόγος. Έτσι έλεγα, θα γίνω ψυχολόγος και τον ελεύθερο μου χρόνο θα γίνομαι συγγραφέας. Μα θα είμαι ποτέ αρκετά καλή για συγγραφέας; Να ξεφύγω από τη φιλολογική ορθότητα; Να έχω καλή ανάλυση, εμβάθυνση; Να κατανοώ τόσο τον κόσμο, την φιλοσοφία, να είμαι αρκετά στοχαστική, να τα έχω τόσο καθαρά που να μπορώ να τα γράψω, να τα πω σε άλλους, να μην πω καμιά κοτσάνα; Καμιά φορά σκέφτομαι πως για αυτό φοβάμαι να γράψω μη γίνω ανούσια συγγραφέας με κουλ εξώφυλλα και παπαριές και παρλαπίπες. Και δεν γράφω. Και δεν έγινα ψυχολόγος. Κι έγινα δικηγόρος. Και μετά δημοσιογράφος μήπως πλησιάσω. Και το χω ακόμα καημό. Και δεν έγινα ποιήτρια και συγγραφέας που το έβρισκα το λίγο ευκολότερο επίπεδο του ψυχολόγου.

Μετά κατάλαβα πως ο ποιητής δεν είναι πιο κάτω από τον ψυχαναλυτή και τον φιλόσοφο. Γιατί κατάλαβα πως ο ποιητής κι ο συγγραφέας είναι στοχαστικός και έκανε το μυαλό του πουρέ και δεν είναι παγωμένος σε δόγματα. Και τα έχει τόσο καθαρά που μπορεί να τα αποτυπώσει γοητευτικά και αυθεντικά και υπαινικτικά και να μαγέψει και να δώσει και να αποδώσει και να διαμορφώσει και να επηρεάσει και να σε κάνει να νιώσεις με το μυαλό.

Και μπορεί να μη φτάσω εκεί ποτέ. Ούτε να έφτασα να είμαι καν ιθαγενές ολόγραμμα παιδί του μπαμπά μου, όπως το ήθελε δηλαδή, γιατί και είμαι και φαίνομαι και όταν διαβάζω ακόμα κι επιστολές που γράφει βρίσκω την όμοια διατύπωση, την ορθογραφία, τα βιβλία που έχουν προηγηθεί, την προσπάθεια να πιάσουμε και τις δύο πλευρές της ιστορίας. Δεν έχω τίποτα (ακόμα) να περηφανευτώ για μένα ούτε εγώ η ίδια, ούτε αυτός, ούτε ο Φρόυντ που διαφωνήσαμε κάποια στιγμή και πήραμε διαφορετικούς δρόμους, μα περιλαμβάνομαι κι εξιστορούμαι (έστω όχι μεστά) και είμαι ή δεν είμαι όσα προηγήθηκαν. Με τον τρόπο που τα εξελίσσει η απορρόφηση και η αντίληψη των όσων προηγούνται πάνω μας. Μακριά ή κοντά από τις γενέτειρες προσλαμβάνουσες των μνημονίων της οικογένειας, του σχολείου, των ειδήσεων, και της προεγκριμένης αποκωδικοποίησης του τι, πως και γιατί συμβαίνει το κάθε γεγονός στον κόσμο.

Και αυτό νομίζω τον δάσκαλο, τον όποιο όπως θα ‘πρεπε δάσκαλο, θα τον καθησύχαζε παθιαστικά και αφρόνιμα και αφρόνημα. Και δηλαδή θα γοητευόταν με την προοπτική της αυτονομίας και της απελευθέρωσης της προσωπικότητας, της αναχώρησης και της εξέλιξης.
Έτσι κι αλλιώς ο γονιός δεν χάνεται και δεν σιγά από μέσα μας ποτέ των ποτών.

Για αυτό γονιέ και δάσκαλε μη σε φοβίζει και μη σε ματαιώνει η αναχώρηση του παιδιού από το δόγμα που δίδασκες.
Embrace.

*

48

*

Θέλω τη μέρα που θα φύγεις, απ’ το πρωί να μου γελάς
κι οταν την πόρτα θα ανοίγεις, να είναι σαν να μ’αγαπάς:
(Ο.Ιωάννου, Θ.Μικρούτσικος, ερμηνέία Χ.Θηβαίος)

https://www.youtube.com/watch?v=z6v-Um8ywJc

 

10561640_10204498233121249_5914182258498578506_n

 

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s