superthumb

Πριν χρόνια το χωρίο έσφυζε από ζωή. Οι κάτοικοι του, νέοι και γέροι το αγαπούσαν. Γιατί στην αυτοδιοίκηση του ήταν δίκαιο, δεν υπήρχαν άρχοντες και δούλοι. Δούλευαν όλοι για όλους και όλες οι νέες ιδέες εισακούονταν και ενθουσίαζαν. Χωριό σχεδόν κωμόπολη. Τραβούσε όλο και πιο πολλή κόσμο από τις μεγάλες πόλεις να έρθουν να κατοικήσουν. Γιατί είχε όραμα. Γιατί ήταν ανθρώπινο. Όλη η κυβέρνηση στην πρωτεύουσα έλεγε ότι θα αποκεντρώσει κόσμο και θα τον πάρει εκεί. Και σε λίγο καιρό θα γίνει δήμος το χωριό, ίσως και πρωτεύουσα. Το χωριό έφερε μηχανήματα καινοτόμα, το χωριό έδινε φωνή στις γυναίκες και την ίδια βαρύτητα στη γνώμη των φτωχών. Το χωριό εφάρμοζε προοδευτικές πολιτικές . Οι γυναίκες φόρεσαν παντελόνια, ψήφιζαν, συμμετείχαν στις κοινοτικές συνελεύσεις, δούλευαν, έκαναν εκδηλώσεις πνευματικού περιεχομένου αλλά και άλλες ουσιαστικές δράσεις. Το χωριό ήταν που λέμε, ένα βήμα μπροστά. Μάθαινε στα παιδιά την διεκδίκηση και την κοινωνική δικαιοσύνη. Χωρίς ημίμετρα. Κι έκανε ταξίδι με την μπρος.

Όπως σε κάθε χωριό, ξεχώρισαν κάποιοι δημότες που ψηφίζονταν να διοικούν. Γιατί ήταν έξυπνοι, δίκαιοι, οραματιστές, αγνοί, με κοινωνικές προθέσεις. Ξεκίνησαν καλά, ένιωθαν κι οι ίδιοι να τα πηγαίνουν καλά, γιατί τα νέα μηχανήματα που έφεραν στο χωριό, τα πρωτοπόρα και προοδευτικά, δούλευαν πολύ καλά για την εποχή τους κι απέδιδαν.

Τα χρόνια πέρασαν, τα μηχανήματα σκούριασαν, οι ηγέτες του χωριού συνήθισαν την αίγλη που τους έδινε η θέση τους, οι γυναίκες του χωριού ξέμειναν από ιδέες και επαναλάμβαναν τις ίδιες εκδηλώσεις, κι ας άλλαξαν οι εποχές κι ας οι ανάγκες ήταν πλέον άλλες. Οι νέοι ακόμα ρομαντικοί κρατούσαν τους ηγέτες τους στις θέσεις τους αλλά προσπαθούσαν στα συμβούλια του χωριού να τους μιλήσουν για την προοπτική να κάνουν νέα πράγματα προσαρμοσμένα στην εποχή και στην πολιτική μεταβολή της γενικής κυβέρνησης της χώρας, να αντιταχθούν στην κοινωνική ανισότητα που προέκυπτε πια, να βρουν νέες επικοινωνιακές μεθόδους, όμως πάντα βασισμένα στο αρχικό κοινωνικό μοντέλο που είχε σαν γνώμονα τον προοδευτισμό, τον άνθρωπο, την ισότητα, την ταξική αποκατάσταση.

Οι ηγέτες και οι δημότες όμως μεγάλωσαν, έχασαν την όρεξη τους, δεν ήθελαν να ανακατέψουν την τράπουλα, δεν είχαν κέφια να αναπροσαρμοστούν, να βγουν ξανά στον δρόμο και στον κόσμο, να φτιάξουν τα μηχανήματα, ούτε να φέρουν πιο νέα, δεν είχαν όρεξη να κάτσουν να ακούσουν στα αλήθεια τις νέες φωνές, εξάλλου, τι ξέρουν αυτοί, εμείς κτίσαμε το χωριό έλεγαν, εμείς βάλαμε τους θεμέλιους λίθους, εμείς ξέρουμε καλύτερα, μια χαρά δούλευαν όλα τότε, μια χαρά θα δουλέψουν και τώρα, με αυτά θα συνεχίσουμε. Εδώ στα γραφεία δεν μυριστήκαμε κάτι να μην πάει καλά εκεί έξω στο χωριό. Εξάλλου είναι κι ωραία εδώ πάνω, και δεν μας αρέσει η αποκαθήλωση. Και ποιος είπε ότι αποτύχαμε; Σπουδαίοι και αποδοτικοί είμαστε σαν τότε. Οι δημότες φταίνε, άλλαξαν μυαλά, εμείς μια χαρά εδώ είμαστε για ότι χρειαστούν, δεν καταλαβαίνουμε γιατί λέτε ότι πια κάτι δεν δουλεύει καλά. Όλα ρολόι δουλεύουν.

Και κυλούσαν τα χρόνια, κι οι νέοι του χωριού βαρέθηκαν να πηγαίνουν στις ίδιες επαναλαμβανόμενες φιέστες κάθε χρόνο, βαρέθηκαν τις ίδιες ομιλίες, βαρέθηκαν την παρελθοντολογία, βαρέθηκαν την έλλειψη ιδεών, βαρέθηκαν τις γυναίκες που πια πίναν μόνο τσάγια σε κλειστό κύκλο, βαρέθηκαν την νοοτροπία της κλειστής κοινωνίας του χωριού που πια καθόντουσαν στα σπίτια κουτσομπολεύοντας τι κακό κάνουν οι έξω, τι ανήθικο που εκμοντερνίστηκαν. Κουράστηκαν να ζευγαρώνουν μόνο μεταξύ τους, μεταξύ των λίγων που απέμειναν στο χωριό, καθώς κανένας νέος κόσμος πια δεν ερχόταν να μείνει εκεί. Κουράστηκαν και τα νέα κορίτσια. Κουράστηκαν και θύμωναν και λίγο, γιατί παλιά οι γυναίκες πάλευαν για το δίκιο τους και την ισονομία τους και διεκδικούσαν, τώρα πια μόνο τσάγια και κάποιες μουσικές βραδιές να σπάει η ρουτίνα. Με τις 10 ίδιες κι ίδιες γυναίκες. Κουράστηκαν γιατί όταν η κυβέρνηση αδικούσε τις ξένες, τις νέες μητέρες, τις ανύπαντρες, τις διαζευγμένες, οι δικές τους του χωριού δεν έκαναν τίποτα δραστικό. Ούτε για τα μάτια του κόσμου. Έπιναν τσάγια. Κουράστηκαν και θύμωναν γιατί την μέρα της γυναίκας, ενώ τους πρότειναν να κάνουν κάτι συμβολικό, αυτές έκαναν δεντροφύτευση. Δεν λέω ίσως κι αυτό συμβολικό να είναι. Να φυτεύεις φυτά, γλάστρες….

Τα αγόρια τα νεαρά στράφηκαν αλλού, δεν πήγαιναν πια στις τοπικές συνελεύσεις, γιατί οι μεγάλοι οι κουρασμένοι τους απαξίωναν. Τους έλεγαν πίσω από την πλάτη τους παιδαρέλια και αντιδραστικούς και Δον Κιχώτες. Και το μάθαιναν. Και ένιωθαν απόρριψη. Και βαρέθηκαν τα κλειστά αυτιά και τα ακόμα πιο κλειστά μυαλά και τα κλειστότερα κυκλώματα και το ξεθώριασμα του ρομαντισμού.

Σιγά σιγά το χωριό άδειασε, δεν είχε καμιά ομορφία. Έμειναν μόνο οι παλιοί, μεγάλοι πια. Και συνέχισαν να κάνουν τις ίδιες εκδηλώσεις, τις ίδιες ομιλίες στην πλατεία, να δουλεύουν τα ίδια παλιά μηχανήματα ακόμα κι όταν αυτά δεν απέδιδαν πια. Οι νέοι μετακόμισαν αλλού, αλλά η νοσταλγία κι ο ρομαντισμός τους επέστρεφε που και που στο χωριό. Μόνοι τους κι ακάλεστοι. Και πήγαιναν με αγάπη και μιλούσαν σε όσους παλιούς έμειναν. Ρε θείε, βγήκαν νέα μηχανήματα που κάνουν την ίδια δουλειά, τι λέτε να σας βοηθήσουμε να τα φέρουμε. Θείε μας έχουν ξεχάσει από την πρωτεύουσα, λέω στους φίλους μου να ‘ρθουν μια βόλτα μαζί μας εδώ στο χωριό αλλά δεν έρχονται, δεν θέλουν, πλήττουν, δε θα επιβιώσουν λένε με αυτές τις απαρχαιωμένες συνθήκες. Μη μου τους κύκλους τάραττε οι παλιοί. Εμείς έτσι μεγαλώσαμε, αυτό θα κάνουμε συνέχεια, αν σας αρέσει. Ξαναμανά.

Μα θείε άκουσε μας… δε βλέπεις ότι φεύγει ο κόσμος από το χωριό, ότι λιγοστεύετε εποχή με εποχή, ότι θα φύγετε κι εσείς εις Κύριον και δεν θα έχετε επιλαχόντες, δεν θα έχει κανέναν να σας διαδεχτεί, ότι δεν σας εισακούει η κυβέρνηση γιατί είστε πια τόσο λίγοι; Δεν βλέπετε ότι κάτι κάνετε λάθος;

Μη μου τους κύκλους τάραττε ξανά. Θερμοκοιτίδα το χωριό. Δεν θα σας είμαστε υπόλογοι τους έλεγαν. Προσπάθησε ξανά ο νέος άνθρωπος, να ακουμπήσει στον ώμο τον παλιό ξύλινο ηγέτη, Θείε, με όλο τον σεβασμό άκουσε με…. Θύμωσε ο ξύλινος ηγέτης, πως τολμά να ακουμπά τον ηγέτη… του έδωσε μπάτσο στα δάκτυλα να κατεβάσει το χέρι από τον ώμο του. Με εμμονή κι επιμονή στην επικράτηση. Και θα πιπιλίσει τα ίδια και τα ίδια κουτοπόνηρα ηθοφρούρια του. Την παλαιοπληξία του. Την επιλεγμένη μνήμη τους που πια συνιστά εαυτόν. Μέτριοι και μονομανείς μέχρι εσχάτων.

Το χωριό άδειασε. Έμεινε ένα κενοτάφιο που κάποτε είχε όραμα μέσα. Θα κάνουν νέο χωριό κάποια στιγμή οι άνθρωποι που έφυγαν. Να αυτονομήσουν τον ρόλο τους. Δίκαιη απονομή απόρριψης. Γιατί το παλιό κάποτε όμορφο χωριό τους έκανε εμετό. Δε θα σας είμαστε υπόλογοι θα τους λέν ακόμα οι παλιοί. Κι οι μεγάλοι, ξύλινοι, αδιάλλακτοι, αργόμισθοι, άκαμπτοι, ισχυρογνώμονες βαρήκοοι ηγέτες, με τους κομιλιφιστικούς επαναστατισμούς, μισοπασαλειμμένοι από τις παλιές καλές ιδέες και άστοχες περηφανοπρέπειες, χωρίς αυτοαντίληψη, χωρίς να διαβάσουν τις σελίδες της αποσαφήνισης για όλα αυτά που γίνονται και που ‘μειναν λίγοι, κοινολογώντας θα φταίνε τα παιδιά για δολιότητα. Θα λένε ακόμα, μα δε φταίμε εμείς, οι άλλοι φταίνε. Είναι υποκινούμενοι. Κι οι γυναίκες θα πίνουν τσάι και θα παίζουν τόμπολα σφυρίζοντας αδιάφορα. Μη μου τους κύκλους τάραττε.

Κι οι νέοι δεν ήθελαν άλλο να κάτσουν να νταχντιριντίζουν τους αρτηριοσκληρωμένους θείους. Και το χωριό αδειάζει. Κανένας επαναπατρισμός.

Μια ιστορία που σχοινοβατεί στο να μην έχει διηγητές. Μόνο με παλιούς ηγέτες με κάποτε καλές προθέσεις ξέμεινε, που θα κλαυθμηρίζουν. Και που δεν θα κάτσουν ποτέ στο ντιβάνι της ψυχανάλυσης. Βλέπετε αυτά είναι καινοτόμες μαλακίες του διαβόλου πράγματα.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s