35089264_10155392505096776_8563372774779781120_n

Ήμουν την Κυριακή στη βάφτιση της μικρής δυο φίλων μου «ασυνόδευτη» και βρέθηκα να κάθομαι σε ένα τραπέζι με οικογένειες. Το sitting plan δεν μπορούσε να διαμορφωθεί με μένα στο τραπέζι των single φίλων ή των νεαρών γιατί είχα νταραβεριστεί στο παρελθόν με έναν από αυτούς που είχε έρθει και συνοδευόμενος το παιδί. Κανένα μεγάλο ρομάντζο δεν είχα μαζί του αν και μια χαρά παιδί και εγώ μια χαρά κοπελίτσα. Αστικό παιδί, λίγο κομιλφό, εγώ χύμα όπως με ξέρετε χωρίς αστική καθωσπρέπεια και «πολιτική» ορθότητα. Τον κοιτούσα λίγο και αναρωτιόμουν γιατί ξεγράφτηκε κάτι που δεν πρόλαβε να γράψει. Ο προβληματισμός ήταν πιο γενικός και δεν περιοριζόταν συγκεκριμένα σε αυτόν, έτσι κι αλλιώς χάρηκα που βρήκε γκόμενα γιατί ήταν λίγο αλά κάρτ και κρυόκωλος για τα γούστα μου και δεν πρόλαβα ποτέ να τον γουστάρω πολύ. Κι εφόσον χάρηκα, αυτό σημαίνει ότι δεν είχα καν τσιμπηθεί λίγο μαζί του. Όπως αυτόν γνώρισα κατά καιρούς πολλούς.

Οι κοπέλες έχουμε ένα νοητό πρώτο και βασικό check list στο μυαλό μας, να ‘ναι γοητευτικός (τουλάχιστον στα μάτια μας), να μην είναι αφιλόδοξος άεργος, να μην είναι τσιγκούνης, να έχει στοιχειώδη ευγένεια, να ξέρει να αρθρώσει δυο λέξεις να μην σε κάνει ρεζίλη ή να παρακαλάς να μη μιλήσει όταν παρουσιάζεστε σε παρέες και κόσμο, να μην είναι «χωριάτης», να μην είναι νάρκισσος κι εγωμανής, να είναι καθαρός και συχνά λουσμένος , να μην μας προσβάλλει έστω και αν αυτό γίνεται με τη δηθενιά του τακτ και μιας επίφασης κομψότητας, να μη δημιουργεί την υποψία ότι ξενογαμεί και ξενοκοιτά και την ξενοπέφτει, να μην είναι διπολικός στις διαθέσεις, να μην είναι δυσκοίλιος στη έκφραση που εξυπηρετεί τον ναρκισσισμό μας.

Ο Μιχαλάκης ήταν τέτοιος, όπως και πολλοί άλλοι που γνώρισα, τουλάχιστον έτσι έδειχναν στο όσο τους γνώρισα. Τον έβλεπα κι έλεγα, μια χαρά θα ‘ναι η κοπελίτσα μαζί του, μια χαρά παιδί είναι αυτός, ήταν τζέντλεμαν, τον θυμάμαι να μου σερβίρει το κρασί πριν τελειώσει στο ποτήρι μου και να μου βάζει κρέας στο πιάτο, κι αυτά πολύ μου αρέσουν. Προσπαθούσα να θυμηθώ γιατί δεν το συνέχισα μαζί του. Θυμάμαι πολύ αμυδρά την ύπαρξη του και τη διάρκεια της τότε γνωριμίας, ακόμα και τη φάτσα του (σχεδόν δεν τον κατάλαβα όταν τον είδα εκεί). Μπορεί και να μην θυμόμουν καν την ύπαρξη αυτής της ιστορίας στις κουβέντες με φίλους, αν δεν μου έλεγαν τα παιδιά στη βάφτιση, δεν σε βάλαμε σε αυτό το τραπέζι και να ΄σαι σε δύσκολη θέση με τον Μιχάλη (εν τω μεταξύ δεν θα ήμουν σε καμιά δύσκολη θέση –η απουσία πολιτικής κορεκτίλας που υστερώ και που λέγαμε πριν-). Θυμήθηκα αμυδρά, ότι αυτός ήταν πιο σουηδικό έπιπλο, με απογειωμένη την κοινωνική του προσαρμοστικότητα, πιο σιδερωμένος από μένα, πιο ευρυκάρδιος στα σαλόνια , εγώ πιο φόρα παρτίδα, το ξέρουν κι όσοι με ξέρουν προσωπικά κι όσοι απλά με διαβάζουν εδώ. Αυτά δε με ενοχλούν. Μια χαρά πιστεύω στην έλξη της ετερωνυμίας των προσωπικοτήτων και του χαρακτήρα. Πιστεύω ότι αυτό έχει μια τσαχπινιά, μια χαριτομενιά, ένα συμπλήρωμα, ένα ισοφάρισμα, τηρουμένων πάντα των αναλογιών, όταν δεν υπάρχει η συντριβή του αλλουνού.

Αυτό που δεν πιστεύω είναι στην έλξη όσων δεν έχουν καθόλου κοινά γούστα. Κι εκεί θυμήθηκα ότι το παιδί όταν καθόμασταν στο εξοχικό του, έβαζε από αυτές τις μουσικές που μοιάζουν οι ήχοι τους σαν να βαρούν νταούλια οι ινδιάνοι δίπλα από τη θάλασσα για να έρθει η βροχή. Και το άντεχα μια δυο ώρες αλλά με το αίσθημα που έχεις όταν μπαίνεις στο νερό και λες, για να δούμε πόσο μπορώ να κρατήσω την αναπνοή μου. Έμοιαζε με αυτά τα δευτερόλεπτα κάτω από το νερό. Και με θυμάμαι όσο προσποιούμουν πως το ανεχόμουν (εννοείται δεν προσποιούμουν κι ότι μου άρεσε, με περιγράψαμε πιο πάνω), ότι σκεφτόμουν από μέσα μου, για φαντάσου να μπαίνεις σε ένα σπίτι και να μην ακούτε την ίδια μουσική, να πρέπει να ακούς αυτό που δε σου αρέσει ες αεί. Να μην σας αρέσουν οι ίδιες ταινίες κι η μάχη με το τηλεκοντρόλ κάθε νύκτα να έχει τη πιθανότητα κάποιες νύκτες σου να σου είναι αξόδευτες, χαμένες και σίγουρα όχι ευχάριστες. Κι όλες οι εκφράσεις και σχέσεις των δυο να είναι πατικωμένες στα ρετούς . Ποιος αντέχει αυτό το Padre Padrone;

Σίγουρα δεν ήταν τότε μόνο η μουσική, δεν είμαι και τόσο τσούνα, είμαι όμως πολύ σίγουρη πως όλοι οι λόγοι που κούνησα μαντήλι αφορούσαν γούστα, ή ανίκανα υποκατάστατα. Αυτά που διασφαλίζουν μια καλή και ενδιαφέρουσα, ή ακόμα και απλά ανεκτή καθημερινότητα. Καλά, βέβαια, αυτουνού μπορεί να μην του άρεσα και να μην το τράβηξε για παραπάνω διάρκεια ή ένταση για εντελώς διαφορετικούς λόγους.

Κορίτσια (κι αγόρια), να επιλέγετε ανθρώπους να σας αρέσουν και πέντε ίδια πράγματα, να βγαίνετε και να θέλετε να ακούσετε ίδια μουσική, να δείτε ίδια ταινία στο σινεμά, να γουστάρετε όταν είστε στην κοινή σας ζωή, να μην βαριέστε ούτε ένα γαμημένο λεπτό. Σημαίνει πολλά το να επιλέγεις μεταξύ του να κάνεις πράγματα που σου αρέσουν έστω μόνος σου, παρά πράγματα που δε σου αρέσουν απλά για να είσαι με κάποιον και για να μην κάθεσαι ασυνόδευτη/ος στα τραπέζια των βαφτίσεων, το πρώτο. Κι αφήνει και πιθανότητες ανοικτές για προοπτικές που θα έχουν ωραίες μέρες και στιγμές.

———–
Εν τω μεταξύ ποντάρω στο ότι το παιδί δε μπαίνει και πολύ στο Facebook ή να διαβάζει μεγάλα κείμενα. Αν όμως με διαβάζει νομίζω καλό είναι να κλείσω με το, «Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, ονόματα και καταστάσεις, είναι εντελώς συμπτωματική και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα».

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s