images (4)

 

Το Σάββατο το βράδυ, έβλεπα ένα όνειρο. Πάντα βλέπεις περίεργα όνειρα όταν μένεις σπίτι μόνη Σάββατο βράδυ. Είναι –αναλύω- αυτή η αλληλοτροφοδότηση.

Ήμουνα λέει σε μια καφετέρια στην παραλιακή  μόνη μου,  Σκανδιναβικά cool, με λουλουδένιο φόρεμα, (δεν φοράω ποτέ λουλουδένια φορέματα στην πραγματική ζωή) ξυπόλυτη και διάβαζα το αμερικάνικο Vogue το  περιοδικό. Και μια μικτή παρέα αντρών και γυναικών, παλιοί συμφοιτητές, κάθονταν στο δίπλα τραπέζι και συζητούσαν για γκομενικά πολύ έντονα.

 

Μονοπώλησε μια τύπισσα η οποία φορούσε το ίδιο φόρεμα μαζί μου και ήταν από ότι φαίνεται η αγαπημένη της παρέας, η πιο έντονη και γελαστή. Η συζήτηση ξεκίνησε από τον ήρεμο της παρέας, τον λίγο πιο μυστήριο και πολύ γοητευτικό που της έλεγε ότι δε γίνεται με όλα τα χαρίσματα της να είναι μόνιμα single και καμία γνωριμία που είχε, ή γκόμενος που βγήκε ραντεβού να μην κράτησε και να μην τους τον έφερε στην παρέα πάνω από  τρείς φορές πριν αυτός χαθεί ξανά στα άδυτα από τα οποία εμφανίστηκε. Της έλεγε ότι τα κατάφερε μια χαρά στην μόρφωση και τη δουλειά της, ότι είναι άξια θαυμασμού για όλους αλλά οι καταξιώσεις αυτές δεν σου βάζουν κομπρέσες όταν πέσεις με πυρετό σε ένα σπίτι μόνη τη νύκτα, ούτε έχουν αξία αν δεν έχεις κάποιον να τις διηγηθείς την ώρα που ξεβάφεις την μάσκαρα. Και ότι πρέπει να κοιτάξει αν κάπου είναι δικό της το λάθος ή αν εξασφαλίζει την φυγή της από τις γνωριμίες  ή προκαλεί τη φυγή των άλλων μόνη της με συμπεριφορές, για να μην προλάβουν να την εγκαταλείψουν. Κι αν πρέπει ίσως να μαλακώσει λίγο την εικόνα της. Δεν ήταν προσβλητικός.

 

Αυτή γύρισε σε κάποιον άλλον στην παρέα, σαν τον κατηγορούμενο που αντί να απαντά στον δικαστή, γυρίζει στους ενόρκους για να τους πείσει μη μπορώντας να δει στα μάτια τον κατήγορο. Και ξεκίνησε μια συζήτηση για τους άντρες. Τους είπε, «Δε ζητάω πολλά, θέλω κάποιον να μην πλήττω όταν μου μιλά και να μη δείχνει ποτέ να πλήττει όταν του μιλώ. Να υπάρχει εγκεφαλική συμβατότητα. Δε με νοιάζει η φάτσα του, όμως ένας άνθρωπος που δεν πλήττεις όταν του μιλάς, είναι γιατί τα έχει βρει με τον εαυτό του, έχει περάσει το στάδιο που είναι αντιφατικές οι πτυχές του, και η αυτογνωσία του εξασφάλισε ειρήνη με τον εαυτό του. Κι αυτό μεταφράζεται και στην εικόνα του, την οποία πια βλέπω σαν ωραία και γοητευτική. Αν προκύψει κάτι άλλο από αυτό, το σταματώ πιο συνοπτικά. Γιατί να αναλώνομαι»;

(τέλοσπάντων εμπλουτίζω τους διαλόγους στη βάση του νοήματος που είχαν στο όνειρο)

 

Επιμένει ο ήρεμος φίλος, σε πολύ χαμηλούς τόνους:

 

-Καλά, και δεν το έχεις βρει αυτό τόσα χρόνια;

 

Πια επιτίθεται αυτή:

 

– Άκου να σου πω (ας τον πούμε) Γιώργο… Εσύ γιατί είσαι μόνος; Ή ακόμα χειρότερα, γιατί μένεις, όποτε μένεις, σε σχέσεις που δε σε αποδίδουν στο φουλ και εν τέλει βλέπεις πως γοητεύεσαι από άλλα μοντέλα γυναίκας, διαφορετικά; Να σου πω εγώ γιατί. Γιατί είστε όλοι σας εραστές του πληκτρολογίου. Γουστάρετε μία, την προσεγγίζετε και μετά εξαφανίζεστε. Τις ίδιες δικλείδες ασφαλείας και απόστασης δημιουργείτε. Πώς να μην είναι μόνες τους οι σύγχρονες κοπέλες;

 

Άμυνα αυτός:

 

-Ναι αλλά αφού γίνατε επιθετικές, μας φοβίζετε. Σας μιλάμε να δημιουργήσουμε το πρώτο κλίμα, να σας μελετήσουμε αν όντως είστε αυτό που αρχικά μας άρεσε και είτε μας κτυπάτε με επίθεση πίσω από την γυάλα σας, είτε γίνεστε εσείς κυνηγοί με ανδρικές πρωτοβουλίες, βιάζεστε και κάνετε skip  όλο το παιχνίδι του φλερτ και του ψησίματος των εγκεφάλων που είναι πολύ ωραίο και μαγευτικό και οφείλει στην ιστορία να προηγηθεί.

 

– Μα το πρόβλημα είναι εκεί, δεν κάνετε πραγματικό παιχνίδι. Παίζετε και ξε-παίζετε. Και αυτό ναι μας κάνει νευρικές. Αναγκάστηκαν οι γυναίκες να πάρουν πρωτοβουλίες. Μπας και διασώσουν την ύπαρξη των ερωτικών σχέσεων. Κι εσύ το κάνεις. Μιλάς με μια κοπέλα και μετά εξαφανίζεσαι. Είσαι θερμός και μετά κρύος. Είναι πολύ σαδιστικά για τα μυαλά μου αυτά τα σκωτσέζικα ντουζ. Και με θυμώνουν. Και θα στην πω ως γυναίκα όταν μου δοθεί η ευκαιρία. Κι ας με λες νευρόσπαστη.  Εσύ ας μείνεις μυστήριος. Εγώ, η γυναίκα θα στην πω γιατί το ειλικρινές έχει πιο μεγάλη αυθεντικότητα και είναι πιο σημαντικό στον δικό μου κώδικα αξιών. Εσύ παίζε κρυφτό. Αλλά ανέλαβε σαν άνδρας και το δικό σου μερίδιο ευθύνης στο γιατί υπάρχουν γυναίκες που μένουν μόνες ή που μεταλλάχτηκαν. Κι αυτό έπρεπε να ντροπιάζει το φύλο σου. Κουμπάρες να παίξεις με τις 18χρονες.

 

(Ήθελα να σηκωθώ και να τις κάνω give me five της κοπέλας αλλά συνέχιζα να ξεφυλλίζω το  Vogue και να φυσάω φουσκάλες με το καλαμάκι στο φρέντο μου).

 

Αυτή τη συζήτηση την ζήσαμε όλοι δεκάδες φορές ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες και στην πραγματικότητα. Πολύ ρεαλιστικό μέχρι τώρα το όνειρο.

 

Συνέχεια:

 

Κι εκεί που φυσάω το καλαμάκι στο όνειρο μου, περνά ένας φίλος μου ψυχαναλυτής που εν τω μεταξύ τον ξέρω και στην πραγματικότητα (Αντώνης Ανδρουλιδάκης) και λέει στον άντρα τον κατά τα άλλα πολύ συμπαθή:

 

– Φίλε, τράβα ξάπλα στον καναπέ μου κι έρχομαι (Η γυναίκα στο απυρόβλητο του, αν και την κοίταξε με λοξή ματία, τύπου «Άλλη φορά εσύ»).

 

Τραβάει ο άντρας στο μέσα μέρος της καφετέριας όπου υπήρχε ένα δωμάτιο, με ανάκλιντρο καναπέ ψυχανάλυσης και ένα τζάμι που από μέσα φαινόταν σαν καθρέφτης, αλλά από πίσω έβλεπε κι άκουγε η παρέα. (Αμερικανιά με τα όλα της το όνειρο).

 

Ο ψυχαναλυτής μπαίνει, κι αντί να λέει τα Φροϋδικά της επιστήμης του, έχει στο αυτί ένα διακριτικό ακουστικό όπου μια γυναίκα του υπαγορεύει την ροή αυτών που θα πει. Εγώ πήγα κι έκατσα δίπλα από τη γυναίκα αυτή και της λέω, «Ποια είσαι εσύ»; Και στο όνειρο ήμουν αυτή η γυναίκα, αλλά με είχα απέναντι μου. Σαν να έβαζα απόσταση από τον εαυτό μου και με έβλεπα σαν τρίτος παρατηρητής (Όνειρο ήταν, αν δεν είχε και λίγη επιστημονική φαντασία, θα το λέγαμε καθημερινότητα). Η «Εγώ» μου απαντά, πως αυτός ο κύριος της παρενόχλησε την ασφαλή προβλεψιμότητα της μοναξιάς της που της διασφάλιζε ηρεμία, τον γνώρισε στη δουλειά του, φάνηκε αγνός, ειλικρινής, ακομπλεξάριστος κι αυθεντικός και ξεκίνησαν μια επαφή έξω από τα ευγενή κι απόμακρα τυποποιημένα της δουλειάς κι ήταν πολύ γλυκό. Ανακάλυψαν κοινά σημεία, ενδιαφέροντα, κώδικες κι ακόμα και οι διαφωνίες είχαν ένα επίπεδο διανοητικό. Και μιλούσαν με μηνύματα συχνά πυκνά. Και κύλησαν κάποιοι μήνες έτσι σε ένα φλέρτ που ξεκίνησε να ανάβει φλογίτσες και να την κάνει να τον βλέπει με άλλο μάτι κι αυτή. Και της έδειχνε ενδιαφέρον, και της είπε θέλει να βγουν μαζί ραντεβού και της είπε ότι τον γοητεύει το όλο της, πως ξέρει ότι θα περάσουν όμορφα κλπ κλπ. Μετά εξαφανίστηκε. Εμφανιζόταν που και που, πότε θερμός πότε κρύος και τυπικός  βάζοντας αποστάσεις. Πάντα όμως με μια προσωπική δικιολογία για το γιατί εξαφανίζεται, ευγενικός και για τους τύπους σωστός, για να μη μπορεί ή να δικαιούται να του θυμώσει. Λες κι ήθελε να την κρατήσει κάπως εκεί, stand by, σαν παράθυρο σε ένα κλειστό δωμάτιο που ίσως κάποτε αποφάσιζε να ανοίξει να βγει. Αλλά με μια στρατηγική που δεν επέτρεπε να του το πει, ακόμα κι αν το υποψιαζόταν αυτή, γιατί στρατολογώντας, κράτησε όλους τους τύπους κι ούτε της έδωσε τόσα δικαιώματα. Και δεν την ένοιαζε τόσο που την κατάφερε και της άρεσε, και αυτός μετά αποδείχθηκε απόμακρος. Αλλά την ενοχλεί το φαινόμενο του εραστή του πληκτρολογίου που καμιά ουσιαστική ερωτική ζωή δεν έχει ο ίδιος, καμιά  χρησιμότητα δεν έχει και στις ζωές των άλλων. Πως τίποτα δεν έχει να προσφέρει, ούτε αυτού ως πομπού, αλλά ούτε και στον δέκτη.  Κι ότι κάποιος πρέπει να τους ψυχαναλύσει αυτούς ως φαινόμενα εποχής, κυρίως για να τα βρουν με τον εαυτό τους. Πάσο εγώ. Ας βάλει τάξη η «Εγώ» και η ψυχανάλυση.

 

Τον ρωτά ο ψυχολόγος τον ξαπλωμένο άνθρωπο, για τη ζωή του, τα παιδικά του χρόνια. Τα γνωστά. Ένας γονιός που έφυγε τον έκανε να φοβάται να φύγει κι αυτός από την ασφάλεια και τη ρουτίνα, στην αναζήτηση για κάτι πιο παθιασμένα σωστό. Το ότι ήταν πάντα ο καλός μαθητής δημιούργησε μεγάλες προσδοκίες στη μάνα, στα αδέρφια του που υπερτέρησε,  και αυτός ένιωθε ότι πάντα οφείλει ως καλός γιος να δικαιώνει. Τα σύνδρομα του νέοκύπριου μεσογειακής κοπής γιού απέναντι στη φαμίλια . Του μεγάλου γιου που δε θέλει να τους δείχνει ότι έχει και κενά αέρος η πτήση του. Ατσαλάκωτος στα οικογενειακά μάτια. Όλα αυτά, απομεινάρια της ίδιας τραυματικής ρίζας.

 

Τον ρώτησε ο ψυχαναλυτής, αν έχει σχέση και αυτός μίλησε για μια κάποια σταθερότητα, έτσι αόριστα μα με λίγες γαρνιτούρες για να την ωραιοποιήσει. Ιστορίες του, σαν αυτή με την «Εγώ», απέφυγε έντεχνα να αναφέρει.

 

Στο αυτί του ψυχολόγου επικρατούσε σιγή. Η «Εγώ» εφόσον ένιωσε αδιάφορη για αναφορά, μαζεύτηκε κρατώντας τα γόνατα της πάνω στην καρέκλα και έβλεπε αμίλητη κι απαθής το τζάμι που μέσα καθόντουσαν για ψυχανάλυση. Παίρνει το τιμόνι ο ψυχολόγος και τον ρωτά ανοικτά αν γνώρισε πρόσφατα παραδείγματος χάρη, κανένα πρόσωπο που να τον γοήτευσε. Και αυτός είπε κοφτά, ναι, αλλά δε μπόρεσα να το κρατήσω λόγω προσωπικών καταστάσεων. «Γιατί το ξεκίνησες τότε»; «Σε μια αυθόρμητη κρίση ενθουσιασμού, μου άρεσε αυτό το πλάσμα, κάτι με τράβηξε».  «Δεν ήταν επιπόλαιο αυτό»;

 

Μέσα στη λέξη επιπόλαιο, συνοψίζεται όλη η νέα ανδρική κοπή.

 

«Αυτής της άρεσες; Προσπάθησες να της αρέσεις»;

«Ναι, φάνηκε πολύ γλυκιά μαζί μου, ήταν πάντα ευχάριστο το να μιλάμε, είχε κάτι πολύ πνευματικά ανεβαστικό, και προσπαθούσα να την γοητεύσω και μετά αναγκαζόμουν να βάζω φρένο».

 

Μούγκα ο ψυχολόγος, μισοχαμογελά. Μούγκα κι ο αναλυόμενος.

 

«Φίλε είναι οκ αυτό; Η κοπέλα είναι οκ με αυτό»;

«Ναι μια χαρά, της εξηγούσα κάπως και έδειχνε κατανόηση και εξάλλου δεν είχαμε κάτι για να αντιδρά, αν έκανε νευρόσπαστα θα μου θύμιζε απελπισμένη γκόμενα και θα έφευγα τρέχοντας».

 

«Μα φεύγεις. Όχι τρέχοντας, αλλά φεύγεις ακόμα κι αν η κοπέλα δεν φάνηκε απελπισμένη γκόμενα όπως λες. Φεύγεις, αλλά δεν της λες φεύγω. Της λες πάω κι έρχομαι. Και δεν έρχεσαι».

 

«Θέλω τον χρόνο μου, άστε με να σκεφτώ. Χαλαρά».

 

«Φίλε δεν είσαι οκ. (καμιά επιστημονοσύνη, αλλά είπαμε όνειρο ήταν). Όταν δείχνεις διανοητική ελευθερία για να την γοητεύσεις, μην της αποδεικνύεσαι τελικά παραδομένος κι αμετάπτωτος από την φυγόκεντρη ζωή σου. Μην την ξεγελάς με τις προθέσεις σου. Θα θελα να μου διαψεύσεις τον νέας κοπής άνδρα, τον εραστή του πληκτρολογίου. Θα θελα να μου διηγιόσουν ένα σενάριο με πιο έντιμη πλοκή. Σκέφτηκες ποτέ ότι υπερθεματίζεις τον ευνουχισμένο νέας κοπής άνδρα , κι ας της λεξιλογείς όμορφα;»

images (3)

Κάπου εκεί ξύπνησα. Και ξύπνησα θυμωμένη. Θυμωμένη γιατί δεν είδα τη συνέχεια. Θυμωμένη γιατί ούτε στις ξύπνιες καθημερινά παρόμοιες ιστορίες δεν βλέπεις τη συνέχεια. Θυμωμένη που ο ξαπλωμένος δεν έδωσε στο στόρι του προοπτική συνέχειας. Κι ας έβαζε «..to be continued..» συχνά σε κάθε «Εγώ» που γνώριζε. Σαν τις ταινίες και τα βιβλία που αυτός που τα έγραψε νομίζει θα γράψει και τη συνέχεια, το Μέρος Β’, αλλά τελικά απέμεινε ανέμπνευστος και δεν συνέχισε ποτέ. Το σικουελ δεν έγινε ποτέ.

 

Αν ήμουν η «Εγώ» σκεφτόμουν με θυμό μόλις ξύπνησα, θα είχα μπουκάρει μέσα και να του πω δυο λογάκια. Έτσι για την αποκατάσταση, στο όνομα όλων των άλλων «Εγώ» που τις κοροϊδεύει ο κάθε χαραμοφάης του χρόνου της ζωής. Χαραμοφάης του χρόνου του ίδιου αλλά και των «Εγώ». Και να του πω:

 

«Κάνε ρε μαλάκα κάτι, δώσε μας ένα σασπένς,  να μπορεί να δοθεί ένα νόημα στο παρόν.      

Φτάνει με τις ακατάλυτες προσωπικές σου θεωρίες, τις συμβιβαστικές και τις νερόβραστες. Δεν σε έβαλα να υπογράψεις συμβόλαιο κοινής μας αιωνιότητας αν έδινες σε εσένα πρώτα μια ευκαιρία να γνωρίσεις κάτι ξένο, κάτι που έτσι κι αλλιώς σου άρεσε.  Ούτε πρέπει οπωσδήποτε να κάνουμε δυο παιδιά. Ούτε να με συνοδέψεις στο τραπέζι της μάνας μου γιατί πασχίζω να της πω ότι βρήκα προστάτη. Ούτε να συνθηκολογήσεις θα θελα από την δουλειά και τους φίλους σου. Ούτε φαντασιώνομαι ιδεόπλαστους έρωτες μαζί σου στο πρώτο μοχίτο.  Δεν εμφανίστηκα για να τηγανίσω τα αχαμνά σου σε χαμηλή φωτια. Ούτε να σε καταστήσω λιγότερο μάγκα. Ίσως και να μπορώ να ανταποκριθώ πλήρως στις ουσιώδεις επιταγές του ανδρισμού σου. Ζήσε λίγο. Όχι για εμένα, αλλά για εσένα. Μαλακία αν νομίζεις ότι δε με ενοχλούσε η πασπαρτού στάση σου κι ότι είμαι τόσο κουλ. Παραβιάζεις την ηρεμία μου χωρίς καμιά εξ υπαρχής διάθεση να αναπροσαρμοστείς. Από περηφάνια δεν αντέδρασα. Μόνο και μόνο για να μη με πεις αυτό. Απελπισμένη γκόμενα».

 

Και θα ‘θελα να του πω επίσης, ότι αυτός όλος ο πολιτισμός, δεν εξιλεώνει το παιχνιδάκι του. Κι ότι εξάλλου στο παιχνίδι του έρωτα δεν  χωρά μεγάλος πολιτισμός. Δεν είναι συνάντηση  του πρέσβη με τον ευρωβουλευτή ο έρωτας. Και να του πω ότι μπορώ να επέμβω στη ζωή του χωρίς να του παραβιάσω ή να του αποσπάσω την ουσιώδη ρότα του. Να του πω, πως εξοντώνει το αυθόρμητο και την ομορφιά του. Κι αφού τελικά δεν ήταν τόσο αυθόρμητος, ας μην ερχόταν εξ’ αρχής. Να μη μου ενεργοποιούσε ένστικτα. Να μη με αποσπάσει από την ήρεμη γραμμή μου. Ότι όταν ξεπήδησε για λίγο από την ανικανότητα του φόβου του, ήταν μια σαφής κοροϊδία, κι ότι άφησε στο τέλος την ωραία αυτή εικόνα κι εκδοχή ανυπεράσπιστη. Να του πω ότι δε γουστάρω τους περιστασιακούς εραστές του πληκτρολογίου που ζουν έτσι δειλά κι αμετακίνητα σε δεύτερες μικρές πυροτεχνηματικές ζωές πίσω από οθόνες.

 

Κι ότι το μόνο ενδιαφέρον στοιχείο της προσέγγισης που κάνω σε όλους αυτούς είναι ότι κάπου μέσα τους υπάρχει μια φλόγα κατά βάθος που θέλει να ανάψει.  Για αυτό έχουν πάντα τον ορθό λόγο, λένε πάντα τα σωστά που θέλει μια γυναίκα να ακούσει όταν τους μιλούν. Γιατί τα έχουν κάνει πρόβα μέσα τους πολλές φορές και κάποτε κάποτε, τα λένε υπέροχα σε μια πρεμιέρα μιας παράστασης που κανείς δεν καταλαβαίνει γιατί δε συνεχίστηκε ποτέ. Πως κατά βάθος, ξέρω και ξέρει πως θα ‘θελε να το ζήσει, να το δοκιμάσει.

kai_deilos_kai_tolmiros_1

Και θα ήθελα να τον ρωτήσω αν αυτό το μπες βγες του είναι αθώο κι αφελές, ή μηχανισμός, σκόπιμος και επί τούτου. Αν όντως ψάχνει για απόκλιση από μια ζωή που φοβάται ότι δεν τον κάνει πλήρως ευτυχισμένο.  Κι αντιμάχεται αν θα αλλάξει κάτι σε αυτό και για αυτό ψηλαφεί επιδερμικά  ξένα πράγματα για να δει αν θα πάρει τέτοια απόφαση. Να κάνει ξερίζωμα από την εστία κι από τα βρακιά της ζωής. Από τα οποία δε βγαίνει τελικά. Η σύντομη απάντηση είναι ναι, αλλά αν δίναμε τόσο σύντομες απαντήσεις δε θα είχαμε δει το όνειρο.

 

Το όνειρο ίσως να το είδα γιατί πάντα με εκνεύριζαν αυτοί οι άνθρωποι. Που ολόκληρη τη φυσιογνωμία τους την διαπερνά μια έκφραση εγώκεντρη, σχεδόν ακατανόητη στην απλή μου σκέψη. Και με θυμώνει πιο πολύ η σκέψη, αν όλο αυτό που κάνουν το βρίσκουν ιδιοφυές. Που μπαινοβγαίνουν σε ότι ζωές θέλουν χωρίς να λερώσουν τα χέρια τους.  Και στους φίλους ίσως να το λογαριάζουν ως ένα ιδιαίτερο κατόρθωμα. Ποιος μας προικοδότησε με το τόσο ακαταλόγιστο, να νιώθουμε πως είναι εντάξει να παίζουμε με συναισθήματα; Είναι εμπρηστικά πρωτάκουστα για μένα όλα αυτά.

 

Θέλω να του ‘λεγα, πως αυτό που κάνει δεν είναι ωραίο, και είναι και λίγο ανέντιμο, πως μοιάζει με αυτούς που κλείνουν το μάτι στην γκόμενα απέναντι ενώ κρατάνε κάτω από τη μασχάλη σε μια λίγη αγκαλιά τη γυναίκα τους. Ότι οι γυναίκες ψάχνουν κάτι πιο απλό και όμορφο. Μια πιο στέρεη εικόνα. Να τους δείχνει πως είναι ελκτικές, κι όχι να τους καταρρακώνει την αυτοπεποίθηση. Κι αν έχει ναρκισσιστική διάσταση αυτό, τι πειράζει; Πως δε γίνεται να πληρώνει τον διπολισμό τους κανένας άνθρωπος. Με ένα πόδι μέσα στο δωμάτιο της ζωής τους και με ένα πόδι έξω. Πως δε γίνεται να φοράς σμόκιν με σαγιονάρες.

 

 

Και να του πω πως η άρνηση του να κάνει ένα βήμα στο άγνωστο υπαινίσσεται άνθρωπο δειλό. Δειλία υπαγορευμένη από τον ίδιο τον εαυτό του. Δειλία απροσπέλαστη κι απαραβίαστη. Απόθητη στη γυναίκα. Την κάθε γυναίκα που θέλει λίγο εσάνς έρωτα. Και κανείς φοβητσιάρης δεν το εξυπηρετεί πια. Και να του πω ακόμα, πως όλες οι γυναίκες σχεδόν το έζησαν ξανά και ξανά αυτό. Τους άντρες με τα δεκάδες συμπλέγματα. Που παραμένουν μια ζωή στοιχειωμένοι. Που παραμένουν μια χαραμισμένη ζωή «νοικοκυραίοι». Που υπό αυτό το πρίσμα υπέκυψε κι η κάθε δυνατή ιστορία. Σαν μια ταριχευμένη επανάληψη. Χωρίς ποτέ υπέρβαση, χωρίς ποτέ να σταθεί αξιόμαχη στο νέο δίλημμα με το παρόν. Και όλοι οι αόριστοι, απόλυτα σωστοί.

 

 

 

Γράφω πάντα άκεφη για αυτά τα θέματα. Που το όνειρο είναι μια επαυξημένη εκδοχή της ζωής. Γράφω πάντα άκεφη για αυτούς που επιλέγουν να ζουν στην περιορισμένη τους ασφάλεια και στην προσωπική τους εξορία. Που υπογράφουν την αποξένωση τους από τη ζωή και το αίσθημα.  Γράφω πάντα άκεφη για αυτούς που δεν έριξαν ένα αλλιώτικο φως. Κι έτσι οι καλές τους προθέσεις πέρασαν μοιραία σε δεύτερη μοίρα.  Γράφω πάντα άκεφη για αυτούς.

Γι’ αυτούς που δε θα ανατριχιάσουν.

 

 

«…Αυτούς που χαραμίστηκαν πονάω πιο πολύ,

που κάψανε τα χρόνια τους σε μια φωτιά σβησμένη,

μαζί με όσους πάτησαν αόρατο γυαλί

μπορεί να μην το σπάσανε, μα βγήκαν ματωμένοι…»

Στίχοι, Ερμηνεία:  Ηλίας Κατσούλης-Παντελής Θαλασσινός

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s