43 χρόνια η μάνα μου κι η γιαγιά μου που δεν μπορούν να δουν το σπίτι τους.
43 χρόνια κι η γενιά πολιτικών, παρατρεχάμενων τους και κοινού τους που συμμετείχε στα μεγαλύτερα σκατά αυτού του τόπου ακόμα πρωτοστατούν ως ξερόλες. Μια γενιά που έπρεπε να κάνει στην άκρη και να ντρέπεται. Που έφερε τη δική μου τη γενιά και όσους θα ακολουθήσουν εμάς, στη χειρότερη Κύπρο που θα μπορούσαν να παραδώσουν. Εγκλήματα και λάθη. Προσωπικές φιλοδοξίες και αναισχυντία. Μια γενιά ανθρώπων που έπρεπε να κρυφτεί και να σκύβει το κεφάλι ντροπιασμένη. Να έχουν χαθεί από προσώπου γης. Κι όχι να τους αποθεώνουμε τις μάπες σαν διασώστες κι ήρωες, από το εκάστοτε αντίστοιχο στρατόπεδο.

Δεν έχω δει το σπίτι της μάνας μου. Βρίσκεται στην περιοχή του Σταυρού στην Αμμόχωστο. Τρία λεπτά με τα πόδια από την πιο όμορφη παραλία του νησιού κι ίσως από τις πιο όμορφες στον κόσμο. Εκεί πέρασε τα παιδικά της καλοκαίρια.

 

Λίγα χρόνια πριν, και κάποια χρόνια μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων και μετά από όσες αναστολές ξεπέρασα γιατί η ανάγκη να δω τον τόπο της ήταν μεγαλύτερη, φορτωθήκαμε όλη η οικογένεια –γιαγιά, παππούς, θείοι και τα παιδιά- σε ένα mini bus και πήγαμε στην Αμμόχωστο.

 

Έχω ξαναπεί αυτή την ιστορία αλλά ήταν ότι πιο συγκλονιστικό έζησα σαν εικόνα και αίσθημα σε ολόκληρη τη ζωή μου. Λίγα μέτρα πριν παρκάρουμε στην παραλία (αυτήν που πήγαιναν παιδιά) και πριν καν σταματήσει το αυτοκίνητο, η μάνα μου, η Αργεντούλα και η Στάλα (οι θείες μου), άνοιξαν την πόρτα του βαν κι άρχισαν να τρέχουν στο νερό. Μπήκαν μέσα στη θάλασσα με τα ρούχα τα οποία άρχισαν να πετούν κάποια στιγμή μπαίνοντας όλο και πιο μέσα κλαίγοντας. Οι θείοι μου έχωσαν τα μούτρα τους στην άμμο και την άρπαζαν σφίγγοντας την στις παλάμες τους γονατιστοί και σκυφτοί. Δεν έχω νιώσει μεγαλύτερο σύγκρυο στη ζωή μου. Κι αυτό το βίωμα θα με στοιχειώνει σαν μνήμη όσο ζω.

 

Στο σπίτι τους δε μπορέσαμε να πάμε. Είναι στην κλειστή περιοχή. Προσπάθησε να πηδήξει τους συρμάτινους φραγμούς ο θείος μου αλλά τον σταμάτησε κάποιος του ΟΗΕ. Δεν κατάφεραν να το ξαναδούν ποτέ. Πονάω μέσα μου αν ποτέ της πεθάνει και δεν το ξαναδεί ποτέ.

 

43 χρόνια είναι πολλά να έχει μείνει ένα κομμάτι της ζωής σου εκεί.

 

Στα κάγκελα κάποιος είχε κρεμάσει ένα χαρτί που έγραφε: «ΑΦΗΣΑ ΜΕΣΑ ΤΗ ΨΥΧΗ ΜΟΥ, ΑΝΟΙΞΕΤΕ».

 

Σκέψου μια μέρα στο σήμερα, να σε προδώσουν, να έρθει ένα πραξικόπημα που θα σε αφήσει ανοχύρωτο και λίγες μέρες μετά να πετούν αεροπλάνα και βόμβες πάνω από το κεφάλι σου. Να φεύγεις χωρίς βαλίτσα να σωθείς, με όλες σου τις αναμνήσεις παρατημένες στο σπίτι σου, στη ζωή σου που άφησες χωρίς να ξέρεις ότι δε θα ξαναγυρίσεις. Και να μην επιστρέψεις ποτέ. Φαντάσου, να χάσω τη ζωή μου, το σπίτι μου, τις φωτογραφίες μου, τα συρτάρια μου, τα τετράδια μου, τα πάντα μου, την Λεμεσό μου.

Και να μην επιστρέψω ποτέ.

Η μάνα μου θέλει να ξαναδεί το σπίτι της. Η γιαγιά μου είναι πια με Αλτσχάιμερ. Έμεινε μόνο μια γενιά με ελπίδα να δει τον τόπο της. Η επόμενη δε θα ‘χει τέτοια κίνητρα. Έχει γεννηθεί στις ελεύθερες περιοχές. Δε ξέρει. Δε νιώθει το ίδιο με αυτούς.

 

Λευτεριά στην Κύπρο μας όσο είναι ώρα να προλάβουν οι γονείς μας να δουν τους τόπους τους. Κι η γενιά που κατέστρεψε αυτό τον τόπο, να μας αδειάσει τη γωνιά.

maxresdefault

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s