ΤΙ ΜΑΣ ΛΕΕΙ ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΤΩΝ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΩΝ ΥΠΟΚΛΟΠΩΝ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ «NEWS OF THE WORLD»

ΤΗΣ ΑΝΘΗΣ ΕΡΜΟΓΕΝΟΥΣ

Το ιστορικό

Tο 2011 η μεγαλύτερη σε κυκλοφορία εφημερίδα στη Βρετανία News of the World του αυστραλού μεγιστάνα Ρούμπερτ Μέρντοχ οδηγείται σε κλείσιμο κατόπιν σκανδάλων που αφορούσαν ψέματα, δωροδοκίες και εκβιασμούς στα υψηλότερα κλιμάκια της κυβέρνησης και υποκλοπές. Η εφημερίδα έκλεισε με απόφαση του ιδιοκτήτη της μετά από 168 χρόνια  λειτουργίας και σαρωτικά ρεκόρ στις κυκλοφορίες. Πόσο ακριβό αποδείχθηκε όμως το τίμημα των μεθόδων που χρησιμοποιούνταν για να συντηρείται η News Of The World στην πρώτη θέση των κυκλοφορούμενων εντύπων; Η Κυριακάτικη εφημερίδα κλονίστηκε ανεπανόρθωτα από το σκάνδαλο υποκλοπών τηλεφωνικών συνομιλιών που είδε κάποια στιγμή το φως της δημοσιότητας. Συγκεκριμένα, η News Of The World παρακολουθούσε πολιτικούς, μέλη της βασιλικής οικογένειας, μέχρι και τις συγγενικές συνομιλίες ανθρώπων που υπηρέτησαν στο Ιράκ. Σύμφωνα με πληροφορίες, 4.000 τηλέφωνα ήταν υπό παρακολούθηση στο πιο μεγάλο δημοσιογραφικό σκάνδαλο που αποκαλύφθηκε ποτέ  

«Δεν το κάναμε για τις πωλήσεις»

Ο Τζέιμς Μέρντοκ, γιος του παγκόσμιου μιντιάρχη Ρούπερτ Μέρντοκ και ιδιοκτήτη της εν λόγω εφημερίδας, δήλωσε ότι η εφημερίδα επιχειρούσε να φέρνει τους άλλους ενώπιον των ευθυνών τους, ενώ η ίδια δεν κατάφερε το ίδιο για τον εαυτό της. Το σκάνδαλο υποκλοπών ήταν το πιο πολύκροτο στην αγγλική νομική ιστορία και έφερε στην επιφάνεια τους στενούς δεσμούς μεταξύ της αυτοκρατορίας του Ρούμπερτ Μέρντοχ με τον πολιτικό κόσμο της Βρετανίας, ενώ ταυτόχρονα αποκάλυψε και τις αδίστακτες μεθόδους που χρησιμοποιεί ο βρετανικός ταμπλόιντ τύπος. Η εφημερίδα άγγιξε δε πολλές προσωπικότητες από πολλούς χώρους, όπως η Κέιτ Μίντλεντον, σύζυγος του πρίγκιπα Ουίλιαμ όπως και ηθοποιούς όπως ο Ντάνιελ Γκρέγκ και Τζουντ Λο. Εξ αιτίας του σκανδάλου ο Μέρντοχ έκλεισε την ναυαρχίδα του στη Βρετανία -την εφημερίδα News of the World- το 2011 και αναγκάστηκε να αποσύρει την προσφορά του ύψους 12 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγορά της συνδρομητικής τηλεόρασης BSkyB.

Fishing expeditions

Η εφημερίδα δημοσίευσε πολλές φόρες σκάνδαλα τα οποία αποκόμισε από υποκλοπές και που δημιούργησαν σάλο στο κοινό. Ωστόσο αργότερα ο σάλος μετατοπίστηκε στις μεθόδους «ψαρέματος» (τις λεγόμενες “fishing expeditions”) των ταμπλόιντ, στη βάση των οποίων οι δημοσιογράφοι αλιεύουν ειδήσεις  με απίθανα τεχνάσματα, κι αυτές αργότερα δημοσιεύονται στον αγγλοσαξονικό Τύπο. Άλλοι ισχυρίζονταν μεθόδους που ωθούν τα πρόσωπα σε παραβατικές συμπεριφορές ή ακόμη και στο έγκλημα, και άλλοι αντέτασαν το επιχείρημα του «δημοσίου συμφέροντος» με τους πρώτους να ανταπαντούν ότι δε βλέπουν που εγείρεται θέμα δημοσίου συμφέροντος και πως oι τεχνικές απόσπασης αυτές δεν αποτελουν και ωδή στην ερευνητική δημοσιογραφία.

Παραδοχές και άρνηση…

Οι υποκλοπές έβγαλαν στην επιφάνεια πολλά σκάνδαλα, ωστόσο για καιρό οι συντάκτες και υπεύθυνοι του ομίλου Μέρντοχ αρνούνταν ενοχή και εμπλοκή. Κάποιος δημοσιογράφος της News of the World,   παραδέχθηκε ενώπιον του δικαστηρίου ότι υπέκλεψε τα μηνύματα που είχε αφήσει η ηθοποιός Σιένα Μίλερ στο τηλέφωνο του θρυλικού «Τζέιμς Μποντ», του ηθοποιού Ντάνιελ Κρεγκ. Αξίζει να σημειωθεί ότι εκείνη την εποχή η Μίλερ ήταν σύντροφος του ηθοποιού Τζουντ Λο. Ο Νταν Εβανς παραδέχθηκε την ενοχή του, προσθέτοντας ότι την υποκλοπή του μηνύματος τη γνώριζε ο τότε αρχισυντάκτης του Αντι Κούλσον, ο οποίος μάλιστα του έδωσε και συμβουλές σχετικά με το πώς να καλύψει τα ίχνη του. Ο Εβανς κατέθεσε στο πλαίσιο της δίκης του Αντι Κούλσον, της προκατόχου του Ρεμπέκα Μπρουκς και του διευθυντή της εφημερίδας, Στιούαρτ Κάτνερ, οι οποίοι διώκονται για τις τηλεφωνικές υποκλοπές. Ολοι τους αρνούνταν την ενοχή τους.

Βασιλική Οικογένεια

Μια απίστευτη αποκάλυψη έκανε ο πρώην συντάκτης της εφημερίδας «News of the World», Clive Goodman κατά τη διεξαγωγή της δίκης για το σκάνδαλο παρακολουθήσεων και τηλεφωνικών υποκλοπών από τα Μέσα του Ομίλου Μέρντοχ. Σύμφωνα με τον συγκεκριμένο μάρτυρα, η πριγκίπισσα Νταϊάνα διέρρεε πληροφορίες για τη βασιλική οικογένεια, προκειμένου να έχει συμμάχους στα ΜΜΕ, κατά τη διάρκεια του χωρισμού της με τον Κάρολο. Μάλιστα, ο ίδιος  είπε στο δικαστήριο ότι – σε όλα τα χρόνια της καριέρας του – του παραδόθηκαν πολλά αντίγραφα της ατζέντας με τα τηλέφωνα μελών της βασιλικής οικογένειας. Σε έως 8 μήνες φυλάκιση λόγω των τηλεφωνικών υποκλοπών που πραγματοποίησε αλιεύοντας πληροφορίες από διάσημα πρόσωπα, πολιτικούς αλλά και μέλη της βασιλικής οικογένειας στη Βρετανία, καταδικάστηκε αργότερα ο Ian Edmondson, που είχε διατελέσει συντάκτης του tabloid εντύπου News of the World. Υπενθυμίζεται ότι ένας ακόμη συντάκτης της συγκεκριμένης εφημερίδας είχε βρεθεί ένοχος για τον ίδιο λόγο, και εκτίει σήμερα την ποινή του, στην πρώτη καταδίκη για υποκλοπή που είχε πραγματοποιηθεί προ μηνών, ενώ σύνολικά 8 είναι τα άτομα που έχουν καταδικαστεί από το συγκεκριμένο έντυπο για παράνομες υποκλοπές. Ο συγκεκριμένος συντάκτης ομολόγησε την υποκλοπή φωνητικών μηνυμάτων, την περίοδο μεταξύ 2000 και 2006.

Σχέσεις πολιτικών-αστυνομίας

Το συγκεκριμένο έντυπο του Rupert Murdoch σταμάτησε να κυκλοφορεί τον Ιούλιο του 2011, οπότε και αποκαλύφθηκε ότι υπέκλεψε το τηλέφωνο ενός 13χρονου θύματος δολοφονίας. Το σκάνδαλο τότε προκάλεσε μια σειρά από έρευνες της αστυνομίας, κατά τις οποίες δεκάδες δημοσιογράφοι και αξιωματούχοι έχουν συλληφθεί. Πολλά άλλα αποκαλύφθηκαν. Οι σχέσεις πολιτικων και αστυνομιας με τον συγκεκριμενο οργανισμο φαινεται να ειναι περισσοτερο απο αναμενομενες. Ο αργηγος της Σκοτλαντ Γιαρντ παραιτηθηκε και αφησε ενα τεραστιο υπονοουμενο για τον πρωθυπουργο (Ο αρχηγος εδωσε δουλειά σε καποιον που συνελληφθη την περασμενη εβδομαδα, ο πρωθυπουγος ειχε επι χρονια σαν υπαλληλο του τον διευθηντη της εφημεριδας που ειχε αναγκασθει να παραιτηθει οταν το σκανδαλο ξεσπασε το 2006). Ο αργηγος ρωτησε: «Αν εγω αναγκαζομαι να παραιτηθω επειδη εδωσα δουλεια σε καποιον που δεν ηξερα οτι ειχε σχεση με το σκανδαλο, ο πρωθυπουργος τι πρεπει να κανει που εδωσε δουλεια σε καποιον που ηξερε οτι ειχε σχεση με το σκανδαλο;»

Ρύθμιση του Τύπου

Κατόπιν αυτού του σκανδάλου και του κλείσιμου της εφημερίδας τα νερά ταράχθηκαν και συστάθηκε στην Αγγλία νέα επιτροπή ρύθμισης του Τύπου. Η περίπτωση της εφημερίδας αυτής, άνοιξε τον αιόλειο ασκό για θέματα δεοντολογίας σχετικά με τα όρια της δημοσιογραφικής έρευνας, αλλά και το μέτρο της ευθύνης των αναγνωστών, καθώς η News Of The World πουλούσε εκατομμύρια αντίτυπα χάρη στις εκκωφαντικές αποκαλύψεις της.

Κλονίζεται η παγκόσμια νομιμότητα

Το μόνο σίγουρο είναι πως οι τηλεφωνικές αυτές υποκλοπές με τα αποτελέσματα τους να προκύπτουν από μη συγκατάθεση, άγνοια και παραπλάνηση των εμπλεκομένων, υποσκάπτουν την παγκόσμια νομιμότητα. Ως εκ τούτου στη δημόσια συνείδηση, αυτού του τύπου «αποκαλυπτική» δημοσιογραφία, που τελειώνει με ιδιωτικής ζωής παραβιάσεις αλλά με εκατομύρια ευρώ, ενοχοποιείται.  Και παρατηρούμε πως οι δημοσιογράφοι που σκοπούσαν να λειτουργούν σαν επιχειρηματίες ρίχνοντας στην αγορά  “αποκαλυπτική” δημοσιογραφία παραστράτισαν από την αποστολή τους. Όσο για τους εκδότες που «στέγνωσαν» τα έντυπά τους και άφησαν ανοικτές τις «κερκόπορτες» πλήρωσαν στη συνέχεια πολύ ακριβά το τίμημα αυτό. Η κρίση στην ποιότητα της ενημέρωσης αποδείχθηκε πολύ πιο δομική από όσο την υπολόγιζαν όλοι οι συντελεστές της.

Αδιακρισία…

Όταν όμως οι υποκλοπές έχουν την επίσημη ευλογία της κυβέρνησης αλλά και των αρχισυντακτών σου, απειλώντας το συνταγματικά κατοχυρωμένο απόρρητο των επικοινωνιών, τα πράγματα γίνονται λιγάκι πιο σκοτεινά και τον κόσμο που ζούμε πιο ζοφερό. Εάν υπάρχει έστω το παραμικρό δεδομένο δικαιολογίας για τέτοιες αντισυνταγματικές κινήσεις , σαφώς οδηγούμαστε σε πολίτες που δεν μπορούν πλέον να νιώθουν ασφαλείς από την αδιακρισία του Τύπου. Δίπλα στους ρεπόρτερ και τους αρθρογράφους, θεωρείται πως δεν πρέπει να υπάρχει κανένα Μυστικό Τμήμα Εγκληματικών Πράξεων και καμια ολόκληρη συνωμοσία προκειμένου να υποκλέπτονται και να δημοσιεύονται «καννιβαλικά» συνταρακτικές ανθρώπινες ιστορίες με οποιοδήποτε κόστος. Η συνωμοσία αυτή παρεμβαίνει στις προσωπικές ζωές των ανθρώπων. Τέτοια προϊόντα απάτης δημιουργούν ρίξη στη σχέση πολίτη – ΜΜΕ με την εμπιστοσύνη στην αξιοπιστία ή την ηθική της ενημέρωσης να κλονίζεται.

Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας

Σχετικά με τους κανόνες Δεοντολογίας των δημοσιογράφων, το ήθος, η αξιοπρέπεια και εντιμότητα, η διαγωγή, η συμπεριφορά και το επαγγελματικό επίπεδο των λειτουργών θα πρέπει να είναι της υψηλότερης δυνατής στάθμης. Ο κώδικας μάλιστα δεοντολογίας αναφέρει, πως η υπόληψη, η ιδιωτική ζωή κάθε προσώπου τυγχάνουν σεβασμού και δεν πρέπει να αποκαλύπτονται στοιχεία προσωπικού χαρακτήρα. Παρεμβάσεις και έρευνες στην ιδιωτική ζωή προσώπων, χωρίς τη συγκατάθεσή τους, περιλαμβανομένης της λήψης φωτογραφιών προσώπων χωρίς τη γνώση ή συγκατάθεσής τους – εκτός εάν εμπλέκονται σε γεγονότα ή καταστάσεις που συνιστούν είδηση γενικότερου ενδιαφέροντος- ή σε ιδιωτική περιουσία, καθώς και η εξασφάλιση πληροφοριών με μηχανισμούς υποκλοπής ή μακράς φωτογράφησης είναι γενικά απαράδεκτες, η δε δημοσιοποίησή τους μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και αποκλειστικά προς το δημόσιο συμφέρον. Προσθέτει ακόμα ο κώδικας πως, οι λειτουργοί γενικά δεν πρέπει να επιχειρούν να εξασφαλίσουν, οι ίδιοι ή μέσω τρίτων, πληροφορίες ή εικόνες/φωτογραφίες με ψευδείς παραστάσεις ή με άλλο δόλιο τρόπο.      

Δημόσιο συμφέρον –Vs- Ιδιωτική ζωή

Σαφέστατα εάν τα θέματα αφορούν ξεκάθαρα πληροφορίες που εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, αλλά και εάν οι πληροφορίες αυτές έρχονται στα χέρια του λειτουργού ενημέρωσης, όχι από δική του απάτη, να πράγματα μπορούν να αντιμετωπιστούν διαφορετικά και τα ηθικά ερωτήματα αλλάζουν. Ποιανού τα δικαιώματα υπερέχουν; Tων δημόσιων αξιωματούχων στο απαραβίαστο της ιδιωτικής τους ζωής, ή του κοινού που πρέπει να μάθει για τα ζητήματα που το αφορούν; Καταλήγοντας αυτής της σκέψης, καθίσταται φανερό ότι η λύση του πολύ σημαντικού νομικού και κοινωνικού προβλήματος της παρέμβασης των ΜΜΕ, προσκρούει στη σύγκρουση δυο έννομων αγαθών. Πιο συγκεκριμένα, από το ένα μέρος υπάρχει η υποχρέωση της πολιτείας να κατοχυρώσει τη συνταγματικά προστατευόμενη ελευθέρια του τύπου και το συναφές δικαίωμα της ενημέρωσης των πολιτών από τα ΜΜΕ, και από το άλλο η ανάγκη προστασίας τόσο των παραπάνω ατομικών δικαιωμάτων, που σε αυτή την περίπτωση αφορά το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής και της προστασίας των προσωπικών δεδομένων.  

Το Κογκρέσο για την ελευθερία του Τύπου

Ένα study case είναι αυτό όπου το Aνώτατο Δικαστήριο των HΠA αποφάσισε υπέρ των δεύτερων σε μια υπόθεση που χαιρετίστηκε στην Aμερική ως νίκη της ελευθεροτυπίας. Mε ψήφους 6 υπέρ και 3 κατά, οι δικαστές αποφάνθηκαν πως η Πρώτη Tροπολογία του Aμερικανικού Συντάγματος («Tο Kογκρέσο δεν πρέπει να κάνει νόμο που να περιορίζει την ελευθερία του Tύπου…») προστατεύει ένα δημοσιογράφο ραδιοφώνου που έβγαλε στον αέρα μια κασέτα με συνομιλίες συνδικαλιστών της Πενσιλβάνια, σχετικά με μια απεργία δασκάλων στην περιοχή. Παρά το γεγονός ότι οι υποκλοπές τηλεφωνημάτων απαγορεύονται και από τον Oμοσπονδιακό και από τον Πολιτειακό Nόμο και παρά το ότι η κασέτα ήταν προϊόν υποκλοπής το δικαστήριο αθώωσε τον δημοσιογράφο Fred Vopper, αφού ο ίδιος δεν έκανε την υποκλοπή. H κασέτα του παραδόθηκε από ένα πολίτη, ο οποίος την πήρε από ένα τρίτο. Oι συνομιλίες των αξιωματούχων είχαν γίνει μέσω κινητών τηλεφώνων (αναλογικών κι όχι ψηφιακών που οι συνδιαλέξεις κρυπτογραφούνται).

Απόφαση

Tο δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή των αξιωματούχων που συνομιλούσαν στην επίμαχη κασέτα, αν και ισχυρό, δεν έχει την ίδια βαρύτητα με το δικαίωμα του κοινού να αποκτήσει τις συγκεκριμένες πληροφορίες, εφόσον ο δημοσιογράφος δεν έκανε κάτι παράνομο για να τις αποκτήσει. «Σ’ αυτήν την υπόθεση, το έννομο συμφέρον προστασίας της ιδιωτικής ζωής των ατόμων των οποίων η συνομιλία υποκλάπηκε, αν και ισχυρό, βρέθηκε ελλιποβαρές σε σχέση με το έννομο συμφέρον της δημοσίευσης υποθέσεων που έχουν δημόσιο ενδιαφέρον», έγραψε ο δικαστής John Paul Stevens για λογαριασμό της πλειοψηφούσας άποψης. Tόνισε όμως ότι οι πληροφορίες σ’ αυτή την περίπτωση ήταν «αδιαμφισβήτητα υπόθεση δημόσιου ενδιαφέροντος». H καταδίκη, τόνισε ο εισηγητής της πλειοψηφίας, θα έπληττε «τον πυρήνα της Πρώτης τροπολογίας του Συντάγματος, γιατί θα τιμωρούσε ένα Mέσο μόνο και μόνο επειδή δημοσιοποίησε αληθείς πληροφορίες δημοσίου ενδιαφέροντος». Βέβαια το μήνυμα της απόφασης είναι διττό: Aπό τη μια μας λέει μην κατασκοπεύετε τον άλλο γιατί αν καταλήξετε με κουτσομπολιά και προσωπικές πληροφορίες που δεν αφορούν κανένα, θα βρεθείτε κατηγορούμενοι. Aπό την άλλη λέει στους δημοσιογράφους μην φοβάστε αν δημοσιεύετε αληθείς πληροφορίες που αφορούν το δημόσιο συμφέρον.

«The Pentagon Papers»

Η συγκεκριμένη περίπτωση, μοιάζει σαν η συνέχεια μιας άλλης του 1971 με την ονομασία «The Pentagon Papers» το Aνώτατο Δικαστήριο των HΠA αποφάσισε ότι o αμερικανός πρόεδρος Richard Nixon δεν έχει νομικό δικαίωμα να απαγορεύσει στους New York Times και στη Washington Post να δημοσιοποιήσουν μια απόρρητη μελέτη του Πενταγώνου που αφορούσε τον πόλεμο στο Bιετνάμ, παρά το γεγονός ότι οι HΠA βρισκόταν σε πόλεμο και η μελέτη είχε κλαπεί από τον αξιωματούχο Daniel Ellsberg. «Aυτή η απόφαση αναγνωρίζει ότι αν επιτραπεί στους κρατικούς αξιωματούχους να αποφασίζουν τι πρέπει να δημοσιευτεί ή όχι, εγκυμονεί κινδύνους μεγαλύτερους από εκείνους που υπάρχουν αν η ίδια απόφαση αφεθεί στους δημοσιογράφους», δήλωσε. («The Pentagon Papers» «New Millennium» εφημερίδα «Tύπος της Kυριακής» 27.5.2001)

Υπόθεση Ζαχόπουλου

Σε μια πιο σύγχρονη και πλησιέστερη σε μας περίπτωση, σε ανακοίνωσή της η Ενωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ) σχετικά με την δημοσιοποίηση εγγράφων στην γνωστή υπόθεση «Ζαχόπουλου», όταν είχαν γίνει  ανάλογα δημοσιεύματα σε μεγάλη κυριακάτικη εφημερίδα η ΕΣΗΕΑ είχε κάνει λόγο για τη συμμετοχή«εργολάβων της ενημέρωσης και εκδοτικών συμφερόντων», ενώ είχε αναφερθεί σε «φαινόμενα κιτρινισμού, κανιβαλισμού και παραπλανητικής σεναριολογίας που εκτρέπουν τον ρόλο των ΜΜΕ και των δημοσιογράφων από την αποστολή τους».  

Απειλητική για τους πολίτες δημοσιογραφία

Δεν πρέπει όμως με κανένα τρόπο ως δημοσιογράφοι να φτάνουμε με την σαρωτικά διευρυμένη χρήση της νέας τεχνολογίας, και την όποιαδίποτε παράνομη  παρέμβαση, η εισχώρηση μας στις πληροφορίες σε φύση η οποία καθίσταται παντοδύναμη και σχεδόν απειλητική. Στη συγκυρία αυτή, ο ρόλος της δικαιοσύνης ως οργανωμένης μορφής έλλογου έλεγχου και προσαρμογής του κοινωνικού γίγνεσθαι σε νομιμοποιημένα κανονιστικά πράγματα, καθίσταται τόσο αναγκαίος όσο ποτέ και συνάμα δυσχερής και πολύπλευρος. Η ανάγκη επιβίωσης των ΜΜΕ    (εμπορευματοποίηση του χώρου με τους επιχειρηματικούς ομίλους των ΜΜΕ να ανταγωνίζονται σκληρά για τη νομή των μεριδίων της αγοράς, του προσφερομένου από τα ΜΜΕ προϊόντος, δηλαδή της είδησης, που είναι άμεσης κατανάλωσης και κυκλοφορεί συνήθως χωρίς επεξεργασία ή με ελλιπή επεξεργασία ή η απόσπαση της είναι προϊόν  απάτης), η απροθυμία του μέσου αναγνώστη και ακροατή να εμβαθύνει στα γεγονότα και προπαντός η προσπάθεια του δημοσιογράφου να εντυπωσιάσει και να προσελκύσει το κοινό, εξωθούν πολλές φορές σε παραβιάσεις κανόνων δικαίου και ηθικής ή σε φαινόμενα παραπληροφόρησης και υποπληροφορησης. (Δ.Κόρσου, Τύπος και Ραδιοτηλεόραση, β’ έκδ., 1989) Όμως, όπως έννομη τάξη ο ιδιωτικός βίος προστατεύεται αυστηρά από την κρατική αυθαιρεσία κατόπιν ετών κρατικού αυταρχισμού, ήταν αναμενόμενο και σε θεσμικό επίπεδο να αποτυπωθεί με ευαισθησία η προστασία των βασικών ατομικών δικαιωμάτων. Ως εκ τούτου, είναι γνωστό πως δεν μπορεί να εισβάλει στις οικίες και τους χώρους εργασίας μας η αστυνομία όποτε αυθαίρετα επιθυμεί, ούτε δε, μπορεί να μας υποκλέψει κάποια υπηρεσία ασφαλείας τα τηλεφωνήματα, τις επιστολές ή τα e-mail μας,  δεν μπορεί να καταγράφει τις σχέσεις μας κ.ο.κ. Ο νόμος για την απαγόρευση της παρακολούθησης της ζωής μας είναι σαφές και μόνο σε ενδεχόμενα τα οποία οι Αρχές κρίνουν πως υπάρχουν σοβαρότατοι λόγοι, σαφείς υπόνοιες ενοχής για να παραβιαστεί η ιδιωτική μας σφαίρα από τα εντεταλμένα όργανα, πρέπει να υπάρχει και μια σειρά διαδικαστικών εγγυήσεων και άρσης του ιδιωτικού μας απορρήτου. (Πλαίσιο δράσης της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων)

Δεσποτισμοί;

Σε μια εποχή που όλοι μιλούν  για κρίση της αξιοπιστίας των πολιτικών , των θεσμών αλλά και της ίδιας της κοινωνίας, τα Μέσα δεν πρέπει να δίνουν τέτοια πρότυπα. Είναι μεγάλο το δίλημμα που βρίσκονται οι δημοσιογράφοι που καλούνται είτε να υποστηρίξουν την υπεροχή της ελευθερίας της ενημέρωσης και αφετέρου γεννάται πρόβλημα με την  παράλληλη δικαιοσύνη που αναπτύσσεται από ρεπόρτερ και δημοσιογράφους που κατασκευάζουν ενόχους. Επίσης η χωρίς περιορισμούς δημοσιότητα που εκθέτει, σχολιάζει, επαινεί, κατηγορεί γεγονότα προσωπικής ζωής, μπορεί να αποτελέσει πρόσχημα για την επιβολή ηθικοπλαστικών προτύπων και συμπεριφορών που είναι δεσποτισμοί, εξίσου απειλητικοί για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου και της δημοκρατίας

Σε κάθε περίπτωση, το τοπίο στα παραδοσιακά μέσα δε μοιάζει να είναι ίδιο μετά την περίπτωση της εφημερίδας που αφορά το θέμα αυτό . Ανεξάρτητα από τα σχήματα αλλά και τα θύματα τα οποία θα προκύψουν, πρέπει οι ρόλοι να ξεχωρίσουν και να ξεκαθαρίζονται ώστε  να τραπούν σε απόλυτα διακριτούς. Ο κάθε δημοσιογράφος πρέπει να επανακάμψει στη δημοσιογραφία σε πλάισια ηθικής και σεβασμού όσο την ίδια ώρα και οι εκδότες πρέπει να συνειδητοποιούν πως και η αξιοπιστία και η ανεξαρτησία των Μέσων Επικοινωνίας και Ενημέρωσης, χωρίς τον πλήρως ασεβή και ακραίο δημοσιογραφικό ορυμαγδό, είναι και η μοναδική ασφαλής προυπόθεση για την διασφάλιση της βιωσιμότητας τους. Τέτοιοι τρόποι εξασφάλισης υλικού έχουν ανάψει φωτιά στα κεκτημένα της δημοκρατίας, τους προστατευτικούς θεσμούς του κοινωνικού κράτους, τη συνθήκη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τη βαλλόμενη ιδιωτικότητα και τους μηχανισμούς εθνικής ασφαλείας. «Με την έννοια «δημόσιο συμφέρον» λογίζεται ουσιαστικά ό,τι σχετίζεται με την υψηλή θεαματικότητα των ίδιων των ΜΜΕ.

Αλλά είναι φανερό ότι η –συχνά νοσηρή- περιέργεια του κοινού δεν μπορεί να καταργεί τα ατομικά δικαιώματα, ακόμα και των προσώπων που ασκούν δημόσιο λειτούργημα -και των οποίων ο βίος οφείλει να είναι όσο γίνεται πιο διαφανής». «…Σήμερα τη θεαματικότητα την βαφτίζουμε δημόσιο συμφέρον του κοινού ως προς την ενημέρωση. Μοιάζει τελικά να αποφασίζει η πλειοψηφία των τηλεθεατών, ή οι οπαδοί ενός δημοσιογράφου, για το αν θα βιντεσκοπηθεί παράνομα ο ένας ή ο άλλος» «…Τα ΜΜΕ φαίνεται να έχουν γίνει, σε ορισμένα ζητήματα τουλάχιστον, κράτος εν κράτει, και φυσικά τόσο η πολιτική ηγεσία όσο και η Δικαιοσύνη φοβούνται να επέμβουν, ως θα όφειλαν». «…Ποιος να συγκρουστεί με την εξουσία των τηλε-εισαγγελέων;» «…Το Δίκαιο δεν μπορεί ποτέ να δώσει μια σαφή απάντηση»,  «..επειδή υπάρχουν απέραντες αποχρώσεις σ’ αυτά τα ζητήματα. Γι’ αυτό χρειάζονται οι διαδικαστικές εγγυήσεις. Τα ΜΜΕ πρέπει κι αυτά να αυτορυθμιστούν. Οφείλουν να ακολουθούν μια τυποποιημένη και πάντοτε συλλογική εσωτερική διαδικασία, η οποία να ελέγχεται από δικά τους δεοντολογικά όργανα, ιδίως όποτε προκύπτει ένα αληθινά μείζον θέμα το οποίο μόνο με αθέμιτο τρόπο μπορεί να αποκαλυφθεί.

Ο Κώδικας Δεοντολογίας του BBC προβλέπει πολύ αναλυτικά το κάθε βήμα για την επιλογή ή όχι αθέμιτων μεθόδων στη διεξαγωγή ενός ρεπορτάζ, κατ’ αναλογία με ό,τι ισχύει σε κάθε νομική πραγματικότητα μιας ευνομούμενης κοινωνίας. Δεν κάνει ο καθένας ό,τι νομίζει». «…Και όταν ένα ΜΜΕ παραβιάσει κάποτε το νόμο για να αποσπάσει μια σπουδαία για το κοινωνικό σύνολο είδηση, αυτό μόνο η Δικαιοσύνη μπορεί να το σταθμίσει και να αθωώσει τους δημοσιογράφους». (Από συνέντευξη του επίκουρου καθηγητή Νομικής, Γιώργου Καμίνη,)  

Δύσκολη η Θέση του Δημοσιογράφου

Η τέρψη του δικαιώματος της δημόσιας ενημέρωσης τελικά όντως υπηρετεί την ηθική αποκατάσταση των πραγμάτων και των πράξεων όπως αυτές της υποκλοπής και της παραβίασης της ιδιωτικής ζωής; Μπορεί η παραπλάνηση και η εξαπάτηση να οδηγούν στην αλήθεια; Μπορούμε να βάλουμε κοριούς στα σωθικά των δημοκρατικών θεσμών; Μπορεί η πληροφορία που είναι προϊον απάτης να επιβραβεύεται ως αποκάλυψη; Σε τέτοιες περιπτώσεις τύπου «κρυφής κάμερας», και «σκηνές» τραβηγμένες εν αγνοία των  «πρωταγωνιστών» τους, αυτής της μορφής διλήμματα δεν σκέπονται απο μονοδιάστατες απαντήσεις. Καταλήγοντας λοιπόν, καθίσταται φανερό πόσο εξαιρετικά λεπτή και δύσκολη αφ’ενός διαδικασία είναι ο συγκερασμός και  η σωστή στάθμιση της προστασίας της προσωπικότητας και της ιδιωτικής ζωής των ατόμων , και των αναγκών πληροφόρησης της κοινής γνώμης αφ’ετέρου , από τα ΜΜΕ.

Οι δημοσιογράφοι απ’την άλλη μεριά οφείλουν να παίρνουν πάντα τη σωστή θέση μπροστά στη σύγκρουση ανάμεσα στην απαραβίαστη πλευρά της ζωής και την πληροφόρηση του κοινού -χωρίς απλά να πράττουν τα πάντα για να δώσουν τηλεοπτικό ενδιαφέρον σε υποτυπώδεις δημοσιογραφικές έρευνες- προβάλλοντας και ανυψώνοντας διαρκώς την επαγγελματική και την πολιτική συνείδηση της κουλτούρας τους, και την αίσθηση των ευθυνών και των καθηκόντων τους. Δεν πρέπει όμως και να αγνοούμε πως κατά καιρούς τέτοιες μεθόδοι όπως οι κοριοί, οι τηλεφωνικές και διαδικτυακές υποκλοπές, η κρυφή κάμερα, έχουν συμβάλει διεθνώς στην αποκάλυψη φυλετικών διακρίσεων, διαφθοράς κρατικών υπαλλήλων, απαράδεκτων συνθηκών σε νοσοκομεία, κακομεταχείρησης σε σχολεία, φυλακές και σε υγειονομικά θέματα.

Ένα αντίστοιχης μορφής αποκάλυψης παράδειγμα,  ήταν και η περίπτωση στις ΗΠΑ στην οποία πολλά κανάλια μαζί  οργάνωσαν ηλεκτρονική παρακολούθηση στις δημόσιες τουαλέτες, χρησιμοποιώντας το πρόσχημα πως έχουν πληροφορίες για ύπαρξη δικτύου ομοφυλοφίλων το οποίο παρασύρει νεαρά άτομα. Στη συνέχεια ωστόσο κι αφού δημιουργήθηκε σκάνδαλο, με τις  οργανώσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων να αντιδρούν έντονα, τα κανάλια που συμμετείχαν, παρέδωσαν το μεγαλύτερο μέρος του υλικού στην αστυνομία. Με τον τρόπο αυτό οι διωκτικές αρχές των ΗΠΑ, κατέληξαν να κατέχουν υλικό παρακολούθησης το οποίο οι ίδιοι με τις  νόμιμες διαδικασίες δεν θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν δια της τυπικής οδού καθότι ουδείς εισαγγελέας ουδέποτε θα εκχωρούσε άδεια στην αστυνομία για να προχωρήσει σε κάτι τέτοιο και να εξασφαλίσει παρόμοια παγίδευση. (Ελευθεροτυπία, 2002)

Κάποιοι άλλοι ωστόσο είναι πιο επιεικείς στις μεθόδους αυτές, εφόσων αυτές εξασφαλίζουν τον στιγματισμό του κάθε «κατεργαραίου» του οποίου θα εξασφαλιστεί η τιμωρία. Και προτείνουν όπως, στην περίπτωση την οποία προκύψουν επιβαρυντικά στοιχεία τα οποία ποινικοποιούν την πράξη που αποκαλύπτεται κι αυτόν που σχετίζεται, αυτά να παραδίδονται στις Αρχές. Ακόμη και οι επικριτές των μεθόδων υποκλοπής, ισχυρίζονται συχνά πως κάθε δημοσιογράφος που τυγχάνει κατοχής τέτοιων στοιχείων το ορθό είναι να μην τα βγάζει στη δημοσιότηα, αλλά να τα παραχωρεί στις αντίστοιχες Αρχές που θα τα διώξουν ποινικά. Ωστόσο έχει κένά ακόμα κι αυτή η σκέψη καθώς αφορά μια σχοινοβατούσα αντίληψη στην ουσία της οποίας διαπλέκεται η 4η εξουσία με αυτήν της δικαστικής και της εκτελεστικής, υπό την ομπρέλα του προσχήματος του σεβασμού της έννομης τάξης. Εκτός των ανωτέρω, μια τέτοια μεταποίηση του δημοσιογράφου σε πληροφοριοδότη των Αρχών, καταργεί την αυτονομία στην ενημέρωση και τη μεταβάλλει σε ένα είδος διατεταγμένης υπηρεσίας αλλοιώνοντας το κάθε χαρακτηριστικό του δημοσιογραφικού επαγγέλματος.

Στην πραγματικότητα ωστόσο, κανείς δεν μοιάζει να είναι διατεθειμένος να αναλώσει τόσο  χρόνο και φαία ουσία πράττοντας όποιοδηποτε από τα πιο πάνω, πριν δημοσιοποιήσει την «αποκλειστικότητά» που εξασφάλισε, στις συνθήκες του τόσο ανθρωποφαγικού ανταγωνισμού των ΜΜΕ.

Αν ως δημοσιογράφος είχα το δίλημμα να δημοσιεύσω υλικό «προϊόν υποκλοπής» το οποίο υπέκλεψα εγώ ή δόθηκε από τον εκδότη μου….

Σε περιπτώσεις που το προϊόν θα εξυπηρετούσε απλώς την τέρψη της ηδονοβλεψίας του κοινού, την ανάγκη του αναγνώστη να κοιτάξει από την κλειδαρότρυπα, για χάρην κουτσομπολιού, η απάντηση μου είναι σαφώς και κατηγορηματικά όχι. Ακόμα και στο βωμό της ευρείας αναγνωσιμότητας, της αφειδούς κερδοφορίας, της μοσχοπουλημένης κυκλοφορίας, και της αναγνώρισης, αυτό δεν αφορά απλά ένα ηθικό δίλημμα αλλά αδειάζει και την ποιότητα, το πρεστίζ και την κλάση που οφείλει να χαρακτηρίζει το επάγγελμα του δημοσιογράφου. Ο δημοσιογράφος δεν είναι ψυχαγωγός και κανείς δεν «ψήνεται» να γίνει δημοσιογράφος για να πλουτίσει. Ο δημοσιογράφος θέλει μόνο την εξυπηρέτηση της αλήθειας παρέχοντας την στο κοινό, μαζί με την προώθηση κουλτούρας, αξιών, δικαιοσύνης και άλλων δημοκρατικών αρχών.   Προϊόντα που απέχουν μακράν από το τι αποτελεί «δημόσια υπόθεση» με άλλο τρόπο πλην του κουτσομπολιού δεν θα με έκαναν να καταρρίψω τις προσωπικές ηθικές αρχές και νομικές επιταγές απλά για να λάβω μέρος στο τελετουργικό της ηδονικής θέας, στο «κρυφό», του παπαρατσιστικου δηλαδή υλικού, μιας κλεμμένης προσωπικής στιγμής. Το θεωρώ ένα προϊόν τοξικό που γίνεται στο βωμό της μαζικής κατανάλωσης και καμιά ουσιαστική χρησιμότητα στο δημόσιο καλό δεν έχει.

Δεν υποστηρίζω πως η δημοσιογραφία της «κλειδαρότρυπας» πρέπει να νομιμοποιεί τον κιτρινισμό και ούτε να μπερδεύει την είδηση με το συναίσθημα και να μεταφέρει την ενημέρωση των πολιτών σε σφαίρες πιο ψυχαγωγικές, όπου η πραγματικότητα ξεκινά να υποχωρεί  στη θέα μιας γαστριμαργικής ιστορίας όπου το κρυφό ερεθίζει τις μύχιες ηδονές του φιλοθεάμονος. Δε θα ξεπουλούσα τις αρχές μου για χάρην εξασφάλισης απλά, ενός σαπουνοπερικού σκανδάλου με φόντο την κρεβατοκάμαρα ενός ηγέτη. Όλα έχουν τη χρησιμότητά τους ωστόσο, καθότι η διαχειριστική αξία δεν εξαρτάται από πολιτικές, ηθικές και συναισθηματικές τοποθετήσεις.

Η απάντηση στο ηθικό αυτό δίλημμα διαφοροποιείται, και δε θα παρέμενα στη «δημοσιογραφία κυριών» εάν στα χέρια μου εώς δημοσιογράφος, έπεφτε υλικό, ακόμα και αν προήλθε από απάτη και παραβίαση της ιδιωτικότητας, του οποίου το θέμα που αφορά όχι μόνο εξυπηρετεί το δημόσιο καλό, αλλά αλλάζει και το ρουν της ζωής με την αλήθεια που περιέχει. Αν  τίθονται πραγματικά ζητήματα δημόσιου συμφέροντος για τα οποία το κοινό πρέπει να πληροφορηθεί, πρέπει αρχικά ένας δημοσιογράφος να σκεφτεί και να εξαντλήσει κάθε εναλλακτική μέθοδο αποκόμισης αυτών των πληροφοριών πριν καταφύγει σε μεθόδους απάτης για την εξασφάλιση αυτών. Μια τέτοια λύση ενδεχομένως να ήταν η ενδελεχής διαβούλευση της κάθε ομάδας  δημοσιογράφων του αντίστοιχου Μέσου, με όλα τα στελέχη που το συγκροτούν, ώστε να διαπιστωθεί πρωτίστως εάν η χρήση της μεθόδου παραπλάνησης ή απάτης δικαιολογείται και καπελώνεται από την ανωτερότητα της σοβαρότητας του θέματος και αφού έχουν πρώτα εξαντλήσει κάθε άλλο τρόπο συλλογής των επιθυμητών πληροφοριών.

Σε περιπτώσεις ωστόσο που κάτι τέτοιο δε θα ήταν εφικτό –κι αφού κατέρριπτα τις ηθικές μου αναστολές, ή τα προσχύματα της ηθικολαγνείας και δικαιολογούσα στον εαυτό μου την ανωτερότητα του σκοπού μπροστά στο σεβασμό που σε άλλες περιπτώσεις όφειλα να είχα στο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής και στη μη διάπραξη απάτης-  θα χρησιμοποιούσα το υλικό αυτό που θα μου  είχε δωθεί, αλλά εάν είχα ακλόνητα βάσιμες υποψίες και πληροφορίες και είχα τη δυνατότητα, θα υπερσκέλιζα το παράνομο ή παράτυπο και θα το ερευνούσα με κάθε τρόπο για να εξασφαλίσω αυτό το υλικό και στη συνέχεια να το δώσω στη δημοσιότητα, με τις όποιες προσωπικές συνέπειες. Δεν θα άντεχα να σηκώνα επ’ αόριστον το βάρος της γνώσης του εύρους των πληροφοριών απλά για να κρατήσω τα ηθικά ή νομικά προσχήματα. Εξάλλου πρέπει να υπάρχει μια φυλλορροούσα αίσθηση της έρευνας στους δημοσιογράφους.

Αυτό δε σημαίνει πως ισχυρίζομαι και στηρίζω το γενικότερο δίκτυο παρακολούθησης του κάθε πολίτη. Μιλώ για ενδεχόμενη χρήση μεθόδων, ειδικής παρακολούθησης ή και παραπλάνησης προσώπων που ενδεχομένως να εμπλέκονται σε πράξεις που φέρουν ποινικοποίηση ή θα εξυπηρετούσαν το δημόσιο καλό, ή την εθνική ασφάλεια, ως σημαντική υπηρεσία προς τον λαό.  Ο δημοσιογράφος δεν είναι γραμματέας να αποτυπώνει απλά όσα του υπαγορεύονται. Η ουσία του επαγγέλματος βρίσκεται απαραίτητα στην έρευνα. Με απλές ερωτήσεις και απλά δελτία τύπου καμία πλήρης αλήθεια δεν ήρθε ποτέ στη δημοσιότητα, με τις μάζες να μένουν στην αμάθεια καταλήγοντας σε μια ψευδοδιαφάνεια. Ούτε πρέπει να υπάρχει «βουλιμία» στις υποκλοπές ή καθολικής παρακολούθησης σε μια προληπτική ομηρία των πολιτών καθώς η σαδιστική αυτή συσσώρευση πληροφοριών αποτελεί απλά την καταναλωτική μανία του αυταρχισμού που εξουσιάζει ερήμην της βούλησης των ανθρώπων δημιουργώντας μιά ταμπέλα, «όλοι δικτυωμένοι, όλοι διωκόμενοι». Ούτε όμως και η άνευ όρων υπεράσπιση του ιδιωτικού βίου εάν σε αυτόν βρίσκουν ασυλία αλήθειες, εθνική ανασφάλεια και εγκλήματα.

Ως εκ τούτου,

θεωρώ πως αν αυτό που οδηγεί ένα δημοσιογράφο στην αποκαλυπτική δημοσιογραφία, έστω και δια των μη ηθικά και νομικά εγκριμένων οδών, είναι η προστασία της εθνικής ασφάλειας, η επίκληση των συνομιλιών για την απόδειξη κακουργηματικής πράξης, η απόδειξη δικαιολογημένου συμφέροντος, που δεν μπορεί να διαφυλαχθεί διαφορετικά αυτό πρέπει να  κατοχυρώνει το τεκμήριο της αθωότητας. Εξάλλου στα θεμελιώδη δημοκρατικά και ανθρώπινα δικαιώματα, είναι και αυτά της ελευθερίας της αποφάσεως και ενέργειας της βούλησης, ως ουσιωδών συστατικών του δικαιώματος της προσωπικότητας. «Είναι τουλάχιστον αφελές να δεχτεί κανείς την πρακτική της διαρροής σαν μια μορφή πολιτικής ανυπακοής, μια ηθικά δικαιωμένη πράξη αντίστασης. Οι διαρροές θα εξακολουθήσουν να γίνονται και ώς κάποιον βαθμό μπορεί να αποδειχτούν ευεργετικές. Θα πρέπει όμως να αποφύγουμε την εξιδανίκευση». (Ραούλ Σάγκαρ, Secrets and Leaks: The Dilemma of State secrecy)

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s