ΤΑ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΡΧΗ

Της Ανθής Ερμογένους

untitledκξλκ

Κοιτώντας τον ενδοσκοπικά διαπίστωνε πως, υπήρξαν προκλητικά ερωτευμενοι, ξεδιάντροπα ευτυχισμένοι. Ούτε μια γκρίζα τρίχα δεν είχε αυτός ο χρόνος, ο χρόνος που περνούσαν μαζί. Ούτε στους καβγάδες. Κι αυτοί από υπέρμετρο έρωτα γίνονταν. Ούτε στην αναμονή. Κι αυτή ξεχείλιζε από πάθος. Ούτε στους χωρισμούς. Κι αυτοί μέσα στα δάκρυα γίνονταν. Με χίλια «Μου λείπεις» με μύρια «δε θα αντέξω μακρυά σου»…

Υπάρχουν τεράστιοι έρωτες. Τέτοιοι που δυό ζωές συγκλονίζονται συθέμελα. Αλίμονο σε αυτούς που δεν πιστεύουν πως υπάρχουν.. Καλύτερα να είμαστε έτοιμοι να τους αποδεχόμαστε και γενναίοι να τους παραδεχόμαστε.
1381736_695836810446008_234146831_n

Πριν ένα χρόνο πάνω-κάτω έπεσε κεραυνός στις ζωές τους. Που νόμιζαν πως μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν καλές. Με κενά δε, που και τους δυο ως ανήσυχα πνεύματα, τους έτρωγαν, τους προβλημάτιζαν, τους έκαιγαν…Αλλά κυλούσαν τη ζωή. Δεν ήξερε αν πίστευε ως τότε πως μπορούν δυό άνθρωποι να κοιτάξουν για πρώτη φορά ο ένας τον άλλο και να υπάρξει ηλεκτρισμός. Κάτι τέτοιο είχε γίνει με αυτούς. Ένα περίεργο ρεύμα διαπέρασε που δεν ήξεραν αν ήθελαν την προσοχή του απέναντι, ή, τους δημιουργούσε εκνευρισμό. Και με μια δόση υπεροψίας, ψιλοσνομπάρισμα, ειρωνίες έγινε η σχεδόν γνωριμία. Για το όνομα του Θεού να μπορούμε αυτό ακριβώς να το πουμε γνωριμία. Σαν προαισθαντική άμυνα. Διαισθητικός φόβος. Να γυρνάνε πλάτες, να προσποιούνται πως αγνοούν, να την «μπαίνουν» αλλά να κατεβάζουν σφηνάκια και να τραγουδούν. -Σε αυτό το μαγαζί που λάτρευε, στο στέκι που την χαλάρωνε κι αργότερα αγάπησε ακόμα πιο πολύ.. και τελικά μίσησε- τραγουδούσε πίσω από το αφτί του το «Τα λέμε». Τι οξύμωρο… Την ειρωνεύτηκε για τις άθλιες ψηλές της. Μετά τραγούδησε αυτός στο μικρόφωνο…. Ξερή αυτή πια.

«Λευκή μου τύχη και λευκή ζωή μου, γιατί τα βράδια κρύβεστε στο γκρίζο;

Βλέπω στο άσπρο σας την προβολή μου και το μετά απ’ το μετά γνωρίζω

Αν είχα θάρρος για να πω το έλα τώρα δε θα `χα τη φωτιά στο αίμα

Αν είχε χρώμα θα `ταν άσπρο ο φόβος, αν είχε σώμα θα `ταν σαν κι εμένα.

…..Τίποτα σημαντικό, ζω μονάχα εν λευκώ…»
images4

Εκείνη ήθελε να πάει για after ποτά. Φτάνει πια να παίζει την κουλτουριάρα στο ροκάδικο. Εκείνος ακολούθησε με τη μια γιατί ήθελε μάλλον το κάτι διαφορετικό. Δεν ήξερε ούτε αυτός γιατί. Σαν υπνωτισμένος. Σαν υπνωτισμένη κι εκείνη. Ούτε που καταλαβαίνει γιατί δεν την παρέκαμψε… Βρέθηκαν να τρώνε ξημερώματα παρέα, βρέθηκαν να φεύγουνε μαζί. Του είπε «Αν τολμήσεις να κάνεις μαλακεία και με αγγίξεις θα σε σαπίσω στο ξύλο». Γέλασε. Την ρωτούσε για τη ζωή της. Αυτή, η σε όλα προσαρμόσιμη και κοινωνική εκεί ένιωθε κουμπωμένη, αμήχανη. Κατέληξαν να φασώνονται και αυτή να θέλει να το βάλει στα πόδια. Δεν ήταν κατά του one night stand. Το ‘χε κάνει ξανά. Με αυτόν όμως… Αυτόν τον ήθελε. Ήθελε απ’ την πρώτη στιγμή κάτι άλλο. Την επέστρεψε με το αμάξι –κύριος- πίσω στο εστιατόριο που ήταν πρίν, εκείνη άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου του και χωρίς να τον κοιτάξει καν στα μάτια, με ένα ξερό και κοφτό «Γειά», το έβαλε κομπλαρισμένη στα πόδια και έφυγε τρέχοντας χωρίς να γυρίσει το κεφάλι πίσω. Δεν ήξερε πόσο έμεινε να την κοιτά. Ούτε τι ήξερε για αυτήν. Μέχρι να μπει στο σπίτι όμως είδε πως είχε ήδη βρει τρόπο να επικοινωνήσει. Δε ήξερε σε μια ώρα, πως και που έψαξε, όμως την βρήκε. Έκανε ένα τεράστιο χαμόγελο. Δε ήξερε γιατί. Τότε έμαθε και το επίθετο του. Μιλούσαν από το ξημέρωμα. Ακόρεστα, τρελαμένα, κολλημένα στις οθόνες, συμπληρωνόντουσαν…Τρελή επικοινωνία….

Ήθελέ να την δει. Αυτή έπρεπε να πάει μάθημα για το μεταπτυχιακό. Της είπε «Πέρνα από το γραφείο μου για λίγο σε παρακαλώ». Πέρασε. Κάθησε απέναντι του κι έβγαλε παλτό. Αυτός χαμογελούσε σαν παιδί και την κοιτούσε από πάνω μέχρι κάτω. Του λεει «Με βλέπεις με φως νηφάλιος κι απογοητεύεσαι;» «Όχι το αντίθετο» Και φτάνουν σιγά-σιγά εκεί που σκύβει το κεφάλι και δεν την κοιτά στα μάτια πια. «Πρέπει να σου πω κάτι. Δε θέλω να το μάθεις από αλλού….Είμαι παντρεμένος… έχω και παιδί, περιμένω άλλο ένα..»

Αν της έβαζες μαχαίρι στο στομάχι θα πονούσε νομίζω ακριβώς έτσι. Έκλεισε το παλτό απευθείας, σηκώθηκε κι έφυγε.

Μέχρι να φτάσει στη σχολή της έστελνε μανιωδώς. Συγγνώμη…Ότι είναι ένας μαλάκας… Κι ότι δε συνηθίζει κάτι τέτοια, δεν το έχει ξανακάνει αλλά δε θέλει να μην του μιλά πια…Τέτοια.

Από τα αυθεντικά καλά παιδιά. Τα αγνά. Με την ειλικρίνια στο βλέμμα και στον τόνο της φωνής. Ήξερε πως τα εννοούσε. Του είπε πως όφειλε να της το πει πριν. Να της δώσει το δικαίωμα της επιλογής. Αλλά του πιστώνει την ώρα, το ποτό, το κάτω κεφάλι που είναι ο απόλυτος άρχων του αντρικού εγκεφάλου. Του είπε δε θέλει όμως άλλη επικοινωνία. Να κοπεί εκεί. Επέμενε αυτός να μείνουν φίλοι γιατί τρελάθηκε, κόλλησε άσχημα με την επικοινωνία τους. Μιλώντας και μιλώντας και μιλώντας, φτάσανε να μιλάνε μέχρι το επόμενο ξημέρωμα. Και την επόμενη μέρα. Και το μεθεπόμενο ξημέρωμα….«Φίλοι»…
μηκξηλκηξ

Δύο μέρες μετά την κάλεσε πάλι για καφέ φιλικό στο γραφείο να σιγουρευτεί ότι όλα είναι εντάξει. Ηλιθιακά υπνωτισμένη, πήγε. Τέτοια χημεία μεταξύ ατόμων όμως δεν μπορούσε να αγνοηθεί. Σαν καρμικά προγραμματισμένοι. Μιλούσαν ώρες, μάθημα δεν πήγε ποτέ. Εκείνος σηκώθηκε από το γραφείο του τιναγμένος, έκανε τον γύρο του γραφείου και έσκυψε πάνω της. Βρέθηκαν να πνίγονται στα φιλιά. Λυσσασμένα. Τότε κατάλαβε πολλά. Ήξερε πως εγκατέλειπε για πάντα την παλιά της ζωή….Κι η λογική ήταν φτηνό εργαλείο.

Ακολούθησε ένας τρελός έρωτας. Δεν έκαναν χώρια ο ένας από τον άλλο για μήνες. Δεν πέρασε ούτε μια μέρα να μην βρεθούν, να μην την εκπλήξει όταν της έλεγε να κατέβει από το σπίτι έστω για μια βόλτα, ή, για δυό φιλιά στο αμάξι, δεν πέρασε ώρα να μη μιλήσουν. Από το πρώτο άνοιγμα των ματιών, μέχρι το κλείσιμο τους, το ξημέρωμα. Να της τραγουδά με την κιθάρα αφιερώσεις και να της τα στέλνει να τα ακούει για συντροφιά, να τρελαίνεται όταν αυτή έβγαινε με φίλους και να κάνει τα πάντα για να συναντηθούν. Σε κάθε καβγά που του έλεγε να τελειώσουν αυτός έμπαινε στο αμάξι, ότι ώρα και να ήταν κι έτρεχε να την βρει. Όπου κι αν βρισκόταν. Γι αυτό τον λάτρεψε. Ήταν ο πιο σωστός άντρας που είχε συναντήσει. Ο πιο όμορφος, ο πιο έξυπνος, ο πιο αυθόρμητος, ο πιο αγνός, ο πιο αυθεντικός. Όταν έβγαιναν μαζί, της ψιθύριζε πως περνά τις πιο ωραίες μέρες της ζωής του. Δεν σταματούσαν λεπτό οι κλήσεις και τα μηνύματα. Οκτώ μήνες και δεν εξαντλήθηκαν, δεν κουράστηκαν λεπτό. Δεν έκανε ποτέ «κοιλιά» η τόση τους επικοινωνία. Ερωτευόντουσαν ταχύτατα. Στομάχια κόμπους, καρδιές να κτυπάνε, ανυπομονησία, χαρά, μια ζωή γεμάτη κι ευτυχισμένη, που θα ήταν ολοκληρωμένη, μόνο όταν θα ήταν κανονικά μαζί, να κοιμούνται και να ξυπνάνε κάθε μέρα μαζί, έτσι της έλεγε. Αυτή, που δεν μπορούσε να κοιμηθεί με άλλον, ένιωθε μια απίστευτη ασφάλεια στην αγκαλιά που την κλείδωνε στον ύπνο του και δεν την άφηνε στιγμή όλο το βράδυ όταν κοιμόντουσαν μαζί. Το σεξ ήταν απίστευτο, ένας μαραθώνιος έρωτα, αγριάδας, άπειρες φορές τη μέρα, που πνιγόταν μέσα στα σ’αγαπώ, τα φιλιά και τους πιο εκρηκτικούς οργασμούς. Σώματος και αισθημάτων. Μόνο δυό ανθρώποι με τόσο δυνατά αισθήματα μπορούν να έχουν τέτοια σύνδεση και κορύφωση στο κρεββάτι. Νιώθω πως κανείς που θα αγαπήσει, δε θα μπορούσε να αγαπήσει όσο αγαπήθηκαν αυτοί. Την ζήλευε αφόρητα, τον ζήλευε επώδυνα. Όταν ήταν μαζί, κάθε βράδυ τόσους μήνες, οι καληνύκτες τους λέγονταν 38 φορές, γιατί δεν τέλειωναν τα φιλιά, δεν ήθελαν να αποχωριστούν ξανά. Πρώτη φορά που εκείνη το ένιωσε αυτό, το απόλυτο, το ολοκληρωτικό. Ερωτεύτηκαν περισσότερο κι από όσο μπορούσανε να ορκιστούν.
λδξη

Υπήρξαν στιγμές που του έλεγε να τελειώσουν, δε μπορούσε άλλο να επιστρέφει αλλού. Έκλαιγε σαν μωρό. Έκλαιγε κι αυτή. Δεν άντεχαν έπειτα ούτε μια ωρα μακριά. Και κάπου εκεί της εξομολογήθηκε πως κοιμάται στον καναπέ, είναι σε κάτι νεκρό καιρό τώρα, δε νιώθει τίποτα, μόνο λύπη κι αδερφική αγάπη σε έναν άνθρωπο που του έκανε παιδιά και ζουν μαζί τόσο καιρό. Πως ξέρει πως μαζί της είναι η ευτυχία του και κοντά της θα γεράσει ερωτευμένος. Πως κερδίζει σε όλα… Στις λεπτομέρειες, στα μεγάλα. Πως ποτέ γυναίκα δε πηδούσε πάνω του στις εξόδους να τον αγκαλιάζει με τρέλα να του τραγουδά να του χορεύει. Πως δε μπορεί να τον καταλάβει τι νιώθει, πόσο αληθινό, πόσο δυνατό είναι. Και πως ήρθε πάνω κάτω η ζωή του. Το μυαλό του είναι ένα κουβάρι. Πως δεν αντέχει να την χάσει. Και κάθε φορά κλαίει που είναι δειλός. Και πως τον πεθαίνει μόνο η ιδέα να την δει κάποτε με κάποιον άλλο και αυτοί να είναι δύο ξένοι. Σαν το «Δυο ψέματα» της λεγε. Κάνανε τα πάντα μαζί, δουλειές, ταξίδια, ποδόσφαιρο, φαγητά, εξόδους, συζητήσεις, καφέδες, σαββατοκύριακα, πρωινά, συναυλίες, τατουάζ… Δεν έφευγε για ταξίδι χωρίς να περάσει να την δει, ή, να επιστρέψει χωρίς το σακουλάκι με τις αγαπημένες της σοκολάτες. Μιλούσαν όσο έλειπε όλη τη μέρα. Στα δικά τους ταξίδια που της έκλεινε σαν έκπληξη για να την έχει μαζί του, να κοιμούνται και να ξυπνάνε μαζί και να μπορούν να περπατάνε χέρι-χέρι, της αγόραζε αρκουδάκια που έπερναν το όνομα της πόλης που πήγαιναν και εκεί ζούσαν τον πιο μεγάλο έρωτα. Απροκάλυπτα. Μεθούσαν, τρελαίνονταν στα φιλιά και τις βόλτες, σε μαραθώνιους σεξ, εξομολογούνταν πως ζούσαν τις πιο όμορφες στιγμές της ζωής τους και πως ένιωθαν οι πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι στον πλανήτη…..Δεν κρυβόταν ο έρωτας.
imagesQDAPDSN2

Μαθέυτηκε. Φοβήθηκε όλο το συντηρητικό του περιβάλλον, κάθονταν σε συνεδριάσεις και επιτήρηση να τον «συνετίσουν» να πάει στα παιδιά του, να σώσει την οικογένεια του, να την εγκαταλείψει. Πολλή πίεση, πολλές ενοχές. Του είπε κι αυτή. «Δε θέλω να διαλύσω μια οικογένεια. Πήγαινε…» Έπρεπε να πει το σωστό. Κι ας τον ήθελε ευτυχισμένο μόνο μαζί της. Στον μεγάλο έρωτα δεν θες ευτυχισμένο τον άλλο με κάποια άλλη, μόνο μαζί σου. Όποιος ισχυριστεί το αντίθετο είναι το λιγότερο υποκριτής.
images1

Εκείνος δεν άντεξε ούτε μια μέρα. Μέχρι το βράδυ της έστειλε πως πιο δύσκολος είναι ο αγώνας να την ξεχάσει, να την ξεπεράσει, από το να προσπαθήσει να κερδίσει το γάμο του. Κάθε μέρα περνούσε από το σπίτι της. Κάθε μέρα της έστελνε και της έλεγε μη μου απαντάς αν δε θες, εγώ όμως δεν αντέχω θα σου στέλνω συνέχεια μέχρι να ηρεμήσω… Σε σκέφτομαι, σε αγαπώ. Είμαι κομμάτια. Για μήνες περνούσε κάθε βράδυ κάτω από το σπίτι της.. Κι αυτή το αισθανόταν και περίμενε στο μπαλκόνι με τσιγάρο να τον δει να περνά. Σαν ιεροτελεστεία. Κάποτε έβλεπαν ο ένας τον άλλον απ΄το τζάμι βουρκωμένοι. Τους παρακολουθούσαν συνέχεια διάφοροι για να σιγουρευτούν ότι κόψανε. Δε μπορούσε όμως να τους νικήσει τίποτα. Μέχρι και τατουάζ μαζί ακόμα και «χωρισμένοι» έκαναν. Τις καρδιές τους πως κτυπούσαν όσο ήταν μαζί και πως πήραν την ευθεία όταν θα ήταν χωριστά. Να τους θυμίζει τι ένιωσαν. Της έλεγε την προδώνει σπίτι, την πουλά σαν Ιούδας, για να το σώσει, έτσι πρέπει. Πως φοράει τη μάσκα του, αλλά ξέρει πως δε θα κρατήσει για πάντα αυτός ο γάμος. Έκλαιγε. Είχε γίνει ένας άνθρωπος μισός, αγνώριστος, θλιμένος. Κι αυτή… έχασε κάθε λόγο και ουσία.
10380735_669890493084548_582988154768194682_n

Αργότερα της ζήτησε χρόνο, να ηρεμήσουν τα πράγματα και πως ο γάμος αυτός είναι ήδη -έτσι κι αλλιώς- καταδικασμένος και τροχιοδρομημένος κάποια στιγμή να τελειώσει. Του τον έδωσε. Τους έπιασαν άλλες τόσες φορές. Εκείνος δεν ήθελε να χωρίσει έτσι και να τον μισήσουν, κι αυτόν, και εκείνη αργότερα. Είχαν έναν μεγάλο έρωτα που όμως θα τον ακολουθούσε ένα μεγάλο διαζύγιο, μια μεγάλη διατροφή και μια ακόμα πιο μεγάλη απαξίωση από τον κύκλο του… Ήθελε να έρθει το τέλος του γάμου επειδή θα το εξαντλούσαν και θα παραδέχονταν και οι δυό με τη γυναίκα του, ότι δεν υπάρχει άλλο….ήρεμα, φυσιολογικά, χωρίς να υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα να στερείται τα παιδιά. Απειλές -σε κάθε υποψία πως συνέχιζαν- από όλους, φίλους και την οικογένεια τους. Πρότασσαν το λογικό, πως πληγώνουνε ανθρώπους και διαλύουν μια οικογένεια, Έσπαγαν, γύριζαν, ξανακέρδιζε η ηθική…. ξαναψάχναν όμως πάντα τη δόση τους. Αυτή είναι η λυδία λίθος του μεγάλου, του ουσιαστικού, του πραγματικού, του ανευ όρων έρωτα. Η εξέλιξη εαυτού μέσα απ’ την υπέρβαση.

Όποιος δηλώσει ομοιοπαθής σε έρωτα αλλά τα πει αυτά υπερβολές, ή τα περιφρονεί, του το λέω κατάμουτρα και αλαζονικά. Δεν ήταν έρωτας αυτός που έζησε. Ήταν έρωτας στα ψέματα. Ο έρωτας είναι καυστικός, απαλλαγμένος από προσχήματα. Και δεν έχει αβρότητα και πολιτισμό. Ούτε λογική.

Έχει βελούδινα φιλιά, και τη σάρκα που σε τρελαίνει κι ας σου ξεσκίζεται η ψυχή με το πόσο άψογα έγκλειστοι αναγκάζεστε να μείνετε εσείς, για να πηγαίνει ο ένας το βράδυ αλλού. Να καταλήγει κάπου που ουσιαστικά κανείς από τους δυο σας δε θέλει. Αλλά εκεί που φυλακιστικά και δρομολογιακά οφείλει…. Το χλευάζει…Κολώνει…
imagesJXN2LT0R

Προσπαθούσε να μπει στα παπούτσια του, να κάνει το μυαλό της πλαδαρό, να ξεχειλώσει τον εγωισμό της, για να κατανοήσει τους φόβους του. Τις σκέψεις του. Την καθωσπρεπιστικη φιλοσοφία του. Την βαρβαρότητα της ηθικής των παντελονιών που εμποτίστηκε. Κάτι που δίσταζε να παραβιάσει.

Η κοινωνική επιταγή, το ηθικό πρέπει, τα δεσμά των συμβάσεων , ο κομφορτισμός και ο μικροαστισμός, οι συντηρητικές αρχές του, ήταν και το σφαγείο του. Μοιάζει με τετριμένο σενάριο. Αυτό λεν τώρα οι πολλοί.

Για να μην παρουσιάζονται βέβαια όλα ρόδινα, να πούμε πως ήταν ένα σκηνογραφικό χωρίς καμιά ισορροπία στην αφήγηση, με δύο εκ διαμέτρου αντίθετους χαρακτήρες. Που όμως αγαπήθηκαν κι ερωτεύτηκαν αληθινά. Λάτρευε τα πάντα του χωρίς καν να τον είχε εξιδανίκευσει. Κι εκείνος αυτήν. Από αυτούς τους έρωτες που είναι παραμύθι. Που γίνονται ταινίες. Που γράφονται βιβλία….. Κι αυτό, κανείς, φίλος ή εχθρός, δε μπόρεσε ποτέ να το αμφισβητήσει. Κι αν δεν βιωνόταν, η ζωή θα έχανε ένα μεγάλο κομμάτι από την ομορφιά της.
imagesLUA1JNVR

Και χωρίς να έχει φθίνει το τρεμούλιασμα, ο έρωτας αυτός την εφτυσε καταπρόσωπο. Για να αποδομηθεί. Δυό ανθρώποι που μπορούσαν να πεθάνουν ο ένας για τον άλλο…Αυτό θα ‘καναν πια κάθε μέρα. Γύρισε εκεί να προσπαθήσει. Δε νιώθει, λέει, κανένα έρωτα εκεί αλλά οφείλει να προσπαθήσει. Δε θέλει να τον μισήσουν τα παιδιά όταν μεγαλώσουν είπε. Μόνο για αυτά. «Εγώ δειλός και καταδικασμένος…εσύ συνεχίζεις…».

Και δεν έχει μείνει γραμμάριο ελπίδας… Είναι κάποιοι έρωτες που θάβονται ζωντανοί…. Δύο παράλληλες ζωές που σε ένα δίκαιο και σωστό σύμπαν δε θα συναντιούνταν, η μοίρα ήθελε να φέρει τα πάνω κάτω….Δύο ανθρώπινοι κύκλοι τέμνονται και γεννήθηκε η μαγεία. Το απόλυτο παραμύθι. Μιλούν για αγάπη άτομα που ζουν απλές σχέσεις τρυφερότητας και πρέπει να μένουν σιωπηλοί αυτοί που καίγονται στο πιο πυρώμενο αίσθημα που μπορεί να γεννήσει ανθρώπινη καρδιά. Πόσο άδικο.

Όλα τα βιβλία, όλα τα κεφάλαια, έχουν τελευταία σελίδα.

Κι αυτός θα πληρώνει τα «παντελόνια» του οικογενειάρχη με συνεχείς και συνεπείς φυλακίσεις της ψυχής του.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s